Αν το σηκώνουν, είσαι τυχερός. Αν όχι, άδεια από τη δουλειά και πήγαινε στα τυφλά. Έτσι λειτουργεί το ελληνικό Δημόσιο το 2025.
Πήρες άδεια, πήγες στην υπηρεσία και ήταν κλειστά. Το τηλέφωνο δεν το σηκώνουν ποτέ. Και δεν υπάρχει καμία ενημέρωση πουθενά. Έτσι λειτουργεί το ελληνικό Δημόσιο.
Σε μια χώρα που ζητά από τον πολίτη να είναι συνεπής σε όλα –στις υποχρεώσεις του, στους φόρους του, στις προθεσμίες του– το ίδιο το κράτος εξακολουθεί να φέρεται σαν να ζει στο 1960. Τηλέφωνα που δεν σηκώνονται ποτέ. Πληροφορίες που δεν δίνονται πουθενά. Ωράρια που αλλάζουν αλλά δεν ανακοινώνονται. Και όταν τελικά χρειαστείς κάτι, παίρνεις άδεια απ’ τη δουλειά για να πας αυτοπροσώπως, λες και είμαστε σε άλλη εποχή.
Η Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Αττικής είναι ένα μόνο παράδειγμα. Χαρτί κολλημένο στην πόρτα με ωράριο κοινού Δευτέρα, Τετάρτη, Πέμπτη. Αν πας Τρίτη ή Παρασκευή, έχασες. Αν πάρεις τηλέφωνο, μπορεί να μην το σηκώσει κανείς. Αν είσαι τυχερός, θα σου πουν να περάσεις –αλλά δεν θα στο γράψουν ούτε στο site, ούτε κάπου επίσημα. Εσύ όμως πρέπει να είσαι τυπικός. Όχι αυτοί.
Δεν είναι το μοναδικό γραφείο που λειτουργεί έτσι. Είναι ο κανόνας. Δημόσιες υπηρεσίες που δεν σηκώνουν ποτέ τηλέφωνο, που δεν απαντούν σε e-mail, που δεν ενημερώνουν κανένα σύστημα, που απαιτούν φυσική παρουσία για τα αυτονόητα. Στην εποχή του gov.gr και της τεχνητής νοημοσύνης, ο πολίτης εξακολουθεί να κάνει ουρές, να ψάχνει αναρτημένα χαρτάκια και να ελπίζει ότι θα πέσει σε κάποιον που «γνωρίζει».
Σε ποια άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρειάζεται να πάρεις άδεια για να ρωτήσεις το ωράριο μιας υπηρεσίας που δεν το ανακοινώνει; Σε ποιο ιδιωτικό γραφείο δεν σηκώνουν το τηλέφωνο και λένε «έλα αν θες»; Και το πιο τραγικό: γιατί θεωρείται φυσιολογικό ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι που εξυπηρετούν κοινό δεν έχουν υποχρέωση να απαντούν στο τηλέφωνο;
Ο κόσμος χάνει ώρες, μέρες, μεροκάματα για να πάει κάπου που δεν ξέρει αν θα βρει ανοιχτό. Και το κράτος δεν θεωρεί υποχρέωσή του να έχει ούτε έναν άνθρωπο στο τηλέφωνο. Όχι επειδή δεν μπορεί. Αλλά επειδή απλώς δεν το θεωρεί αναγκαίο. Επειδή «έτσι γινόταν πάντα».
Το τηλέφωνο είναι η ελάχιστη γραμμή επικοινωνίας με τον πολίτη. Αν δεν σηκώνεται, δεν είναι αμέλεια. Είναι απόφαση. Και είναι απόφαση που δείχνει περιφρόνηση. Περιφρόνηση στον χρόνο, στην αξιοπρέπεια και στην ανάγκη του άλλου. Όταν δεν μπορείς να βρεις κανέναν να σε ενημερώσει, δεν έχεις δημόσιο. Έχεις φάντασμα γραφειοκρατίας, που υπάρχει μόνο για να προστατεύει τον εαυτό του.
Και όλα αυτά από τον ΕΟΤ, τον οργανισμό που υποτίθεται πως εξυπηρετεί την πιο σημαντική βιομηχανία της χώρας. Τον τουρισμό. Φανταστείτε τι θα έλεγε ένας ξένος επενδυτής ή ένας τουρίστας αν αντιμετώπιζε αυτή την εικόνα. Ένας οργανισμός που θέλει να φέρει εκατομμύρια επισκέπτες αλλά δεν μπορεί να απαντήσει σε ένα τηλέφωνο. Ούτε να ενημερώσει πότε δουλεύει.
Δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ρίζα του προβλήματος. Είναι ένα σύστημα που δεν νιώθει καμία πίεση να βελτιωθεί, καμία υποχρέωση να λογοδοτήσει, κανένα άγχος να σε εξυπηρετήσει. Και αυτό δεν είναι απλώς ντροπή. Είναι εθνικό σαμποτάζ.