Γιατί από εκεί που έπιναν όλοι σαλέπι, ξαφνικά σταμάτησαν; Η σύνδεση με τα αφροδίσια
Πριν τον καφέ και το τσάι, οι Λονδρέζοι έπιναν σαλέπι.
Στο Λονδίνο του 18ου αιώνα, πριν το τσάι και ο καφές γίνουν καθημερινή συνήθεια, οι άνθρωποι έπιναν κάτι άλλο για να ζεσταθούν: σαλέπι. Ένα παχύρρευστο, αχνιστό ρόφημα από αποξηραμένη ρίζα άγριας ορχιδέας, που έβραζε σε καρότσια στους δρόμους, σε φλιτζάνια στις αγορές, σε πάγκους νυχτερινούς. Το έλεγαν saloop. Ήταν πιο φτηνό, πιο θρεπτικό και πιο χορταστικό από οτιδήποτε άλλο.
Το saloop το έπιναν όλοι: εργάτες, υπηρέτες, ηλικιωμένοι, γυναίκες που ξυπνούσαν νωρίς, πλανόδιοι μικροπωλητές. Το συναντάς σε περιγραφές της εποχής να πωλείται από κανάτια, ζεστό και αχνιστό, με ζάχαρη και μερικές φορές με λίγη κανέλα. Πολλοί το έπιναν πριν το ξημέρωμα, όταν το Λονδίνο ήταν ακόμα σκοτεινό και υγρό από την ομίχλη.
Όμως από τα τέλη του 18ου αιώνα, άρχισε να εξαφανίζεται. Όχι γιατί έγινε άχρηστο ή ακριβό. Αλλά γιατί συνδέθηκε με κάτι που οι άνθρωποι δεν ήθελαν να παραδεχτούν: τη θεραπεία των αφροδίσιων νοσημάτων. Για την ακρίβεια, της σύφιλης.
Για κάποιο λόγο, είτε λόγω παλιών συνταγών είτε λαϊκών γιατρών της εποχής, το saloop άρχισε να διαφημίζεται σαν “καθαριστικό του αίματος”. Και σιγά σιγά, άρχισε να θεωρείται ότι το πίνουν όσοι έχουν μολυνθεί. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό: κανείς δεν ήθελε να φανεί με φλιτζάνι saloop στο χέρι. Μπορεί να του λέγανε “καλημέρα”, αλλά θα σκέφτονταν “αυτός έχει σύφιλη”.
Η κοινωνική ντροπή υπερίσχυσε της γεύσης. Μέσα σε λίγα χρόνια, το ρόφημα των φτωχών, που κάποτε συντηρούσε τους εργάτες του Λονδίνου, έγινε ύποπτο, ντροπιαστικό, σχεδόν απαγορευμένο. Οι πλανόδιοι σταμάτησαν να το σερβίρουν. Οι πελάτες έγιναν σπάνιοι. Και ο θρύλος του saloop, που κάποτε έβραζε σε κάθε γωνιά του δρόμου, έσβησε στη σιωπή.
Σήμερα, ελάχιστοι ξέρουν ότι το σαλέπι που πίνουμε σε κάποια μέρη της Ελλάδας είναι σχεδόν ίδιο με εκείνο το ρόφημα που κάποτε έπινε το Λονδίνο. Μόνο που εδώ, δεν ντρεπόμαστε να το πούμε.