Τον κυνηγούσαν γιατί ντυνόταν Άραβας – Έγινε ο μεγαλύτερος εξερευνητής του αιώνα του
Τον κυνηγούσαν επειδή δεν έμοιαζε με τους άλλους Άγγλους. Αλλά αυτό τον έκανε τον πιο μοναδικό.
Είχε το θράσος να ντύνεται Άραβας, να περνάει τα σύνορα των πιο κλειστών πολιτισμών της Ανατολής και να ζει σαν ντόπιος. Δεν έκανε τουρισμό. Εισχωρούσε. Μεταμορφωνόταν. Μιλούσε τη γλώσσα, έπινε το τσάι, έλεγε τα αστεία, ήξερε τα πάντα. Τον είπαν προδότη. Τον είπαν επικίνδυνο. Αλλά αν ο 19ος αιώνας είχε μια ψυχή, αυτή έμοιαζε περισσότερο με τον Σερ Ρίτσαρντ Φράνσις Μπέρτον απ’ ό,τι με τη βασίλισσα Βικτωρία.
Πήγε στη Μέκκα μεταμφιεσμένος σε Χατζή. Αν τον καταλάβαιναν, θα τον έσφαζαν. Το ήξερε. Δεν τον ένοιαζε. Πήγε με το όνομα Χατζή Αμπντουλάχ και έγραψε ένα ημερολόγιο που ακόμη και σήμερα τρομάζει με τη λεπτομέρεια και την ειλικρίνειά του. Το Ισλάμ του άνοιξε την πόρτα γιατί είχε τολμήσει να τη διαβεί χωρίς φόβο. Όχι ως περιηγητής, αλλά ως σκιώδης συμμέτοχος.
Μίλαγε 29 γλώσσες. Όχι “λίγο” από καθεμία. Τις μιλούσε σαν ντόπιος. Έγραφε. Μετέφραζε. Έφερε στο φως κείμενα που η Δύση θεωρούσε απαγορευμένα, όπως τις “Χίλιες και μία νύχτες” και τον “Αρωματικό Κήπο”. Δεν τα λογόκρινε. Δεν τα εξευγένιζε. Τα έφερνε όπως ήταν: ακατέργαστα, αισθησιακά, άγρια.
Εκεί που οι άλλοι πήγαιναν με καραβάνια και στρατιωτική συνοδεία, αυτός πήγαινε μόνος. Στην έρημο της Σομαλίας, στα υψίπεδα της Περσίας, στις παραγκουπόλεις της Αιγύπτου. Έψαχνε για το Νείλο, για χαμένους πολιτισμούς, για ρίζες λέξεων, για γεύσεις και μυρωδιές. Πεινούσε για την εμπειρία. Όχι για τη δόξα.
Τον θεωρούσαν ύποπτο οι ίδιοι του οι συμπατριώτες. Τον παρακολουθούσε η βασιλική υπηρεσία. Ενοχλούσε τους “σωστούς” αποικιοκράτες γιατί δεν μιλούσε σαν αυτούς, δεν ντυνόταν σαν αυτούς, δεν αγαπούσε σαν αυτούς. Τον έδιωξαν από τον στρατό γιατί ήταν, λέει, “απείθαρχος”. Γιατί είχε ερωμένες σε κάθε λιμάνι. Γιατί δεν έλεγε ποτέ “ναι” στους άνωθεν.
Η γυναίκα του, η Ίζαμπελ, ήταν το μοναδικό πρόσωπο που τον κατάλαβε απόλυτα. Μαζί πέρασαν τις τελευταίες δεκαετίες στη Μέση Ανατολή, στην Ινδία και στη Νάπολη, πάντα ανάμεσα σε γλώσσες, ιστορίες και τόπους που μύριζαν λιβάνι και καμένο μετάξι. Όταν πέθανε, η Ίζαμπελ έγραψε τη βιογραφία του. Τη λογόκρινε. Έκρυψε τα επικίνδυνα. Γιατί ήξερε: ο Μπέρτον ήταν πιο άγριος από όσο άντεχε η Αγγλία.
Η εποχή του είχε ποιητές, δολοφόνους, βασιλιάδες και αναμορφωτές. Αλλά κανέναν σαν τον Μπέρτον. Κανέναν που να περνούσε τόσο συχνά τα όρια του εαυτού του. Να γεννιέται Άγγλος και να πεθαίνει πολίτης του κόσμου. Να διψάει για εμπειρίες που άλλοι δεν τολμούσαν καν να ονομάσουν.