Αν μιλάς ελληνικά και όχι καθαρεύουσα, είναι επειδή εκείνος έδωσε όλη του τη ζωή για αυτό.
Του έκαψαν τα βιβλία, τον είπαν εγκληματία. Εκείνος έγραψε τη γραμματική που κρατήσαμε όλοι. Και άλλαξε για πάντα τη γλώσσα που μιλάμε.
Τον έλεγαν Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Δεν φόρεσε στολή, δεν κατέκτησε πόλεις, δεν έδωσε μάχες σε πεδία. Έδωσε όμως τη μεγαλύτερη μάχη από όλες: να αλλάξει τον τρόπο που μιλάει, γράφει και σκέφτεται ένας λαός. Και το έκανε μόνος, χωρίς στρατό, χωρίς υπουργείο, χωρίς προστασία. Με ένα όπλο: τη γλώσσα.
Όταν οι άλλοι δίδασκαν τους μαθητές στην καθαρεύουσα, εκείνος έλεγε ότι «η γλώσσα του λαού είναι η μόνη ζωντανή». Πίστευε ότι δεν υπάρχει πρόοδος χωρίς να λυθεί πρώτα το γλωσσικό. Και πίσω από τη γλώσσα, έβλεπε πάντα την παιδεία. Γι’ αυτό και μπήκε μπροστά: ίδρυσε τον Εκπαιδευτικό Όμιλο, έγινε επόπτης της Δημοτικής Εκπαίδευσης, έγραψε τα πρώτα σχολικά βιβλία στη δημοτική. Μέχρι που ήρθε η άλλη Ελλάδα. Τον πέταξαν έξω.
Το 1920, του έκαψαν τα αναγνωστικά. Του έσβησαν τα ονόματα από τα σχολεία. Του έκλεισαν την πόρτα της Ακαδημίας Αθηνών. Ένας πανεπιστημιακός τον χαρακτήρισε «εγκληματία». Ένας άλλος εισηγήθηκε να τον αποκλείσουν από κάθε κρατική θέση. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών τον απέρριψε τρεις φορές. Δεν λύγισε.
Όταν του πρότειναν δουλειά στη Θεσσαλονίκη, τη δέχτηκε. Και εκεί, στην πόλη των ελεύθερων, έγραψε τη γραμματική που κρατήσαμε όλοι στα χέρια μας. Τη «Νεοελληνική Γραμματική», που εκδόθηκε το 1941, λίγο πριν τη γερμανική εισβολή. Στη δικτατορία του Μεταξά, του ανέθεσαν να την γράψει. Και παρ’ όλα αυτά, δεν έκανε πίσω ούτε λέξη. Δεν λύγισε το ύφος του, δεν φόρεσε πολιτική μάσκα. Έγραψε τη γλώσσα όπως είναι.
Πέθανε το 1959, χωρίς οικογένεια. Δεν άφησε παιδιά. Άφησε όμως κάτι άλλο: τη γλώσσα που μιλάμε. Άφησε το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη, το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, τη βιβλιοθήκη του, τα χειρόγραφά του. Άφησε πίσω του το δικαίωμα να λέμε “το παιδί πήγε στο σχολείο” και όχι “το τέκνον μετήλθε του σχολείου”.
Και κάθε φορά που κάποιος λέει «είμαι χαρούμενος», αντί για «ευφραίνεται η καρδία μου», είναι γιατί ένας άνθρωπος πριν από εκατό χρόνια τόλμησε να πει: «η καθαρεύουσα είναι ψεύτικη, η γλώσσα του λαού είναι αληθινή».