Απελευθέρωσε έναν ολόκληρο λαό από τη σκλαβιά 200 χρόνων και τον τιμώρησαν για αυτό
Απελευθέρωσε έναν ολόκληρο λαό από 200 χρόνια σκλαβιά. Και όμως, όταν γύρισε πίσω, δεν τον τίμησαν. Τον κατηγόρησαν.
Η Σπάρτη κρατούσε σκλαβωμένους τους Μεσσήνιους επί δύο αιώνες. Τους είχε μετατρέψει σε είλωτες, υποχρεωμένους να δουλεύουν τη γη χωρίς δικαίωμα σε ελευθερία, οικογένεια ή πατρίδα. Ήταν ο πιο μακροχρόνιος εσωτερικός αφανισμός στην ελληνική ιστορία. Κι όμως, κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει με τη Σπάρτη. Μέχρι που εμφανίστηκε ένας Θηβαίος.
Τον έλεγαν Επαμεινώνδα. Δεν ήταν βασιλιάς, ούτε τύραννος. Ήταν φιλόσοφος, ασκητικός, μαθητής του τελευταίου Πυθαγόρειου. Μιλούσε σαν δάσκαλος, ζούσε σαν φτωχός και διοικούσε σαν στρατηγική ιδιοφυΐα. Όταν τον έστειλαν να ηγηθεί της Θήβας, η Σπάρτη ήταν ακόμα το φόβητρο της Ελλάδας. Όταν πέθανε, η Σπάρτη είχε τελειώσει.
Το 371 π.Χ. νίκησε τους Σπαρτιάτες στη μάχη των Λεύκτρων με λιγότερους στρατιώτες και μια εντελώς νέα τακτική: τοποθέτησε την ισχυρή του πτέρυγα στην αριστερή πλευρά, εκεί που ήταν οι Ομοίοι της Σπάρτης, και χτύπησε σαν σφήνα στην καρδιά του στρατού τους. Ήταν η πρώτη φορά που η Σπάρτη ηττήθηκε κατά μέτωπο. Και η αρχή του τέλους της.
Αλλά ο Επαμεινώνδας δεν σταμάτησε εκεί. Δεν ήθελε απλώς να νικήσει, ήθελε να ελευθερώσει. Κατέβηκε στη Λακωνία και έφτασε μέχρι το Γύθειο. Οι Σπαρτιάτες δεν τόλμησαν να βγουν από την πόλη. Κι ύστερα, κατευθύνθηκε προς τη Μεσσηνία. Εκεί που οι άνθρωποι ήταν γενιές ολόκληρες δούλοι.
Ελευθέρωσε τους Μεσσήνιους, ξανάχτισε την αρχαία Μεσσήνη και τους έδωσε πατρίδα. Στους Σπαρτιάτες αφαίρεσε το 1/3 της επικράτειάς τους και σχεδόν το σύνολο του παραγωγικού τους πληθυσμού. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η πιο τρομακτική δύναμη της Ελλάδας είχε γονατίσει.
Όταν γύρισε στη Θήβα, αντί να τον τιμήσουν, του έκαναν δίκη. Του είπαν ότι παρέμεινε στρατηγός παραπάνω από όσο του επέτρεπε ο νόμος. Αν τον καταδίκαζαν, θα πέθαινε. Εκείνος απάντησε ήρεμα: «Αν με σκοτώσετε, γράψτε στην ταφόπλακα ότι με τιμωρήσατε επειδή έσωσα τη Θήβα, νίκησα τη Σπάρτη και ελευθέρωσα την Ελλάδα». Οι κατηγορίες έπεσαν. Το κοινό ξέσπασε σε γέλια.
Λίγα χρόνια μετά, στη μάχη της Μαντίνειας, χτυπήθηκε από ένα δόρυ. Πέφτοντας, ρώτησε: «Νικήσαμε;». Όταν του απάντησαν «ναι», είπε μόνο: «Τώρα μπορώ να πεθάνω». Πέθανε χωρίς παιδιά, χωρίς πλούτη, χωρίς τίτλους. Αλλά είχε ελευθερώσει έναν ολόκληρο λαό.
Κάποιοι λένε πως ο Φίλιππος, ο πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έμαθε τα στρατηγικά του κόλπα από τον ίδιο τον Επαμεινώνδα. Αλλά κανείς δεν τα χρησιμοποίησε ποτέ για να ελευθερώσει, όπως εκείνος