Αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση των ναζί. Ήξερε ότι θα τον καθαιρέσουν, αλλά δεν λύγισε ποτέ
Όταν του ζήτησαν να ορκίσει την πρώτη δωσίλογη κυβέρνηση, απάντησε με ένα «όχι» που του στοίχισε τα πάντα. Αλλά έμεινε στην ιστορία ως σύμβολο τιμής.
Ήταν 27 Απριλίου του 1941 όταν τα γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στην Αθήνα. Στο ίδιο το κέντρο της Πρωτεύουσας, οι εναπομείναντες Έλληνες αξιωματούχοι έπρεπε να αποφασίσουν σε ποιον θα παραδώσουν την εξουσία. Οι ναζί απαιτούσαν σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Ήθελαν να τη νομιμοποιήσουν. Και για να το κάνουν αυτό, χρειαζόντουσαν έναν άνθρωπο: τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Χρύσανθο.
Ο Χρύσανθος Φιλιππίδης δεν ήταν τυχαίος. Είχε υπάρξει Μητροπολίτης Τραπεζούντας, είχε διοικήσει τη μαρτυρική πόλη την εποχή των διωγμών, είχε εκπροσωπήσει τους Ποντίους στο Παρίσι και είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει τη θέση του όταν καταδικάστηκε σε θάνατο από τις τουρκικές αρχές. Είχε ζήσει διωγμούς, προσφυγιά, εξευτελισμούς, ήξερε πώς μοιάζει η ήττα. Αλλά ήξερε και πότε να πει «όχι».
Όταν τον κάλεσαν να ορκίσει την κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου, δεν το σκέφτηκε καθόλου. Η απάντησή του ήταν σχεδόν ψίθυρος: «Δεν μπορώ να ορκίσω κυβέρνηση προβληθείσα από τον εχθρό. Εμείς γνωρίζουμε ότι τις κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο βασιλεύς». Ήξερε πως αυτή του η στάση θα του κόστιζε. Και πράγματι. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η νέα κυβέρνηση του αφαίρεσε τον τίτλο. Τον καθαίρεσαν επίσημα, τον χαρακτήρισαν “επιβάτη του θρόνου” και πέρασαν από πάνω του με τον θόρυβο των αρμάτων.
Η Κατοχική Διοίκηση τον ήθελε εκτός. Η Εκκλησία δεν τον υπερασπίστηκε. Η πολιτεία σιώπησε. Ο Χρύσανθος είχε μείνει μόνος. Δεν δέχτηκε ποτέ να επιστρέψει, ακόμα κι όταν του το πρότειναν αργότερα, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο θα ήταν συμβιβασμός με την ατιμία. Παρέμεινε στο σπίτι του, σιωπηλός, πένθιμος, μέχρι τον θάνατό του το 1949.
Στην πιο σκοτεινή ώρα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ένας άνθρωπος στάθηκε όρθιος. Δεν φώναξε, δεν δραματοποίησε, δεν καταράστηκε. Είπε μόνο ένα «όχι». Ήξερε ότι ήταν αρκετό.