Δεν έφαγε ποτέ κουκιά, φοβόταν ότι είναι οι ψυχές των νεκρών
Ο Πυθαγόρας δεν τα πάτησε. Πέθανε με πίστη στα κουκιά, όχι στους ανθρώπους.
Ο Πυθαγόρας, ο μεγαλύτερος μαθηματικός της αρχαιότητας, δεν φοβόταν τους αριθμούς, ούτε τα άλυτα προβλήματα. Φοβόταν όμως τα κουκιά. Τα απέφευγε με θρησκευτική ευλάβεια. Όχι επειδή δεν του άρεσε η γεύση τους. Όχι επειδή του προκαλούσαν πόνο ή αλλεργία. Αλλά επειδή πίστευε κάτι ασύλληπτο: πως μέσα τους κατοικούσαν οι ψυχές των νεκρών.
Η απαγόρευση αυτή δεν ήταν ιδιοτροπία. Ήταν μέρος μιας αυστηρής φιλοσοφίας. Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν πως τα κουκιά συνδέονται με τον Κάτω Κόσμο. Θεωρούσαν ότι οι ρίζες τους έφταναν μέχρι τα έγκατα της γης, εκεί που περιφέρονταν οι ψυχές μετά τον θάνατο. Η υφή τους, η μυρωδιά τους, ο τρόπος που μεγαλώνουν — όλα θύμιζαν θάνατο. Δεν ήταν απλώς φαγητό. Ήταν σύνορο.
Κάποιοι πίστευαν ότι τα κουκιά γεννιούνται χωρίς ορατό κόμπο, χωρίς εμφανές ξεκίνημα. Αυτό για τους Πυθαγόρειους σήμαινε κάτι: ότι προέρχονται από το αόρατο, το άυλο, το μεταφυσικό. Είπαν πως αν κοιμηθείς ανάμεσά τους, θα δεις ψυχές να σε πλησιάζουν. Και αν τα φας, ίσως πάρεις μέσα σου κάτι που δεν είναι πια από αυτόν τον κόσμο.
Ο ίδιος ο Πυθαγόρας, σύμφωνα με μια σκοτεινή παράδοση, αρνήθηκε να περάσει μέσα από ένα χωράφι με κουκιά, παρότι τον καταδίωκαν και η ζωή του κινδύνευε. Θα μπορούσε να σωθεί αν τα πατούσε. Δεν το έκανε. Πέθανε με τους διώκτες να τον πλησιάζουν, αλλά κράτησε την πίστη του μέχρι τέλους. Δεν πάτησε τα κουκιά. Δεν πρόδωσε τις ψυχές.
Στη σχολή του, οι κανόνες δεν ήταν διαπραγματεύσιμοι. Δεν μιλούσαν εύκολα, δεν αποκάλυπταν τα μυστικά τους, δεν έτρωγαν ό,τι να ’ναι. Οι αριθμοί ήταν θεότητες. Τα φαγητά σύμβολα. Και τα κουκιά, η πύλη προς έναν άλλο κόσμο. Εκεί που δεν είχε θέση κανένα γεωμετρικό θεώρημα.