Δεν ήθελε τίποτα λιγότερο από την απελευθέρωση της Ηπείρου. Τον έγδαραν ζωντανό και τον γύρισαν σαν σκιάχτρο μέσα στην πόλη.
Ξεκίνησε σαν σοφός δεσπότης, πίστεψε στην απελευθέρωση της Ηπείρου, κατέλαβε τα Ιωάννινα και τον έγδαραν ζωντανό
Ονόμασαν τη νύχτα της 11ης Σεπτεμβρίου 1611 ως «η νύχτα που άναψε φωτιά το λιβάδι της Ηπείρου». Ο αρχηγός δεν ήταν στρατηγός. Ήταν δεσπότης. Και τον έλεγαν Διονύσιο τον Φιλόσοφο. Όχι για πάντα.
Μέσα σε λίγες ώρες, 1.000 αγρότες και βοσκοί από τα γύρω χωριά, με κασμάδες και τόξα, κατέλαβαν τα Ιωάννινα, έκαψαν το σπίτι του πασά, σκότωσαν φρουρούς, άρπαξαν λεφτά από το ταμείο και φώναζαν στους δρόμους: «Χαράτζι χαρατζόπουλον, (α)νουζούλι (α)νουζουλόπουλον». Δηλαδή: μας πήρατε και τα ρούχα. Τέλος.
Ο Διονύσιος είχε φτάσει μέχρι τη Ρώμη, είχε ζητήσει βοήθεια από τον Πάπα και τον Ισπανό βασιλιά. Επέστρεψε γέρος, και ξεσήκωσε τον λαό με προφητείες, θυμό και πίστη. Δεν ήθελε τίποτα λιγότερο από την απελευθέρωση της Ηπείρου. Και όταν μπήκε στα Γιάννενα με τους χωρικούς του, το πίστεψε.
Το κίνημα διαλύθηκε μέσα σε μία μέρα. Οι Τούρκοι, μαζί με ντόπιους τουρκόφιλους χριστιανούς, αντεπιτέθηκαν. Οι επαναστάτες πνίγηκαν στη λίμνη, κάηκαν στις καλαμιές ή σφάχτηκαν μέσα στις αυλές. Ο Διονύσιος κρύφτηκε σε μια σπηλιά. Τον πρόδωσαν.
Τον έγδαραν ζωντανό. Γέμισαν το δέρμα του με άχυρα. Του φόρεσαν τα αρχιερατικά άμφια και τον γύρισαν στην πόλη σαν σκιάχτρο. Μετά, το έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με 85 κεφάλια επαναστατών.
Ο λαός, που μέχρι χθες τον φώναζε Φιλόσοφο, τώρα τον καταριόταν. Του έβγαλαν τραγούδι. Τον είπαν «Σκυλόσοφο». Αλλά οι πιο μορφωμένοι, και οι πιο βαθιά πληγωμένοι, δεν τον ξέχασαν ποτέ.