Δεν ήξερε ποιον να θαυμάσει περισσότερο. Την πείνα των Ελλήνων ή το θράσος των Τούρκων
Όταν οι άλλοι έτρωγαν φύκια και έσκαβαν για να βρουν ρίζες, οι Έλληνες του Μεσολογγίου έτρωγαν το θάρρος τους και ανατινάζονταν για να μη σκύψουν το κεφάλι.
Η πολιορκία του Μεσολογγίου δεν είναι μια ιστορία για μάχες. Είναι μια ιστορία για ανθρώπους που έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στην πείνα και στην προδοσία. Και διάλεξαν την πείνα. Δεν υπήρχε ψωμί, δεν υπήρχε ελπίδα, δεν υπήρχε έξοδος. Υπήρχε μονάχα η τιμή τους. Και αυτή την τίμησαν μέχρι την τελευταία τους ανάσα.
Όταν οι Τούρκοι έσφιγγαν τον κλοιό, όταν οι τροφές είχαν τελειώσει, όταν το μόνο που υπήρχε για να φάνε ήταν ποντίκια, φύκια και το δέρμα από τα παπούτσια τους, οι Έλληνες του Μεσολογγίου έμειναν. Όχι επειδή δεν ήξεραν πού να πάνε. Αλλά επειδή ήξεραν ποιοι είναι.
Οι γυναίκες έλιωναν από την πείνα και βαστούσαν τα παιδιά τους στα χέρια νεκρά. Οι άντρες δεν είχαν καν σφαίρες. Οι γέροι προσεύχονταν κι έδιναν τη μπουκιά τους σε όποιον έμοιαζε να έχει ακόμα σφυγμό. Και όμως, δεν παραδόθηκαν. Κι όταν ήρθε η ώρα, δεν έτρεξαν. Ανατινάχθηκαν μαζί με τις αποθήκες τους, τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Τους είπαν ήρωες, αλλά δεν το έκαναν για δόξα. Το έκαναν για αξιοπρέπεια.
Ένας Άγγλος αξιωματικός, που βρέθηκε εκεί και είδε με τα μάτια του την αγωνία και την τρέλα της πείνας, είπε μετά μια φράση που δεν θα ξεχαστεί ποτέ:
«Δεν ξέρω ποιον να θαυμάσω περισσότερο – το κουράγιο των Ελλήνων ή την εμμονή των Τούρκων.»
Δεν ήταν φιλέλληνας, δεν ήταν ρομαντικός. Ήταν στρατιωτικός. Και όμως, μπροστά στην απόφαση αυτών των ανθρώπων να πεθάνουν όρθιοι αντί να ζήσουν γονατιστοί, λύγισε.
Οι Τούρκοι είχαν στρατό, καράβια, πυροβόλα, εφόδια. Οι Έλληνες είχαν μόνο τον εαυτό τους και μια ιδέα. Μια ιδέα που κράτησαν ακόμα και όταν δεν υπήρχε τίποτα να την στηρίξει. Ούτε καν σώμα, γιατί τα σώματα είχαν πεθάνει ή λιώσει από την πείνα.
Στο Μεσολόγγι, η λέξη “Έλληνας” απέκτησε άλλη σημασία. Δεν ήταν απλώς αυτός που μιλούσε ελληνικά ή που γεννήθηκε εδώ. Ήταν αυτός που δεν διαπραγματευόταν την ελευθερία του, ακόμα κι αν του έπαιρναν το φαγητό, το σπίτι, το παιδί ή το μέλλον.
Κι όταν ήρθε η ώρα της εξόδου, δεν έφυγαν σαν στρατός. Έφυγαν σαν μάρτυρες. Με μαχαίρια, πέτρες, με ό,τι είχε μείνει. Οι περισσότεροι δεν τα κατάφεραν. Αλλά έγραψαν κάτι ακριβότερο από νίκη: έγραψαν τι σημαίνει να μην είσαι σκλάβος.