Δεν προλαβαίνω να ξαναπάω στο νοσοκομείο, είπε και κοιμήθηκε λίγες ώρες μετά. Η απίστευτη ζωή του Ιάκωβου Τσαλίκη
Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε μέσα στη Μικρασιατική Καταστροφή, έζησε ως πρόσφυγας, κοροϊδεύτηκε, πόνεσε, ασθένησε, αλλά δεν λύγισε ποτέ. Έγινε φως για όλους. Και έφυγε ήσυχα, ξέροντας.
Είχε μόλις επιστρέψει από την εντατική. Ήξερε ότι το σώμα του δεν άντεχε άλλο. Ο γιατρός του πρότεινε να μεταβεί ξανά στο νοσοκομείο της Αθήνας. Εκείνος όμως, γαλήνιος, απάντησε απλά: «Δεν προλαβαίνω να ξαναπάω». Ήταν 21 Νοεμβρίου 1991, ημέρα των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκείνο το πρωί κοινώνησε. Και λίγο αργότερα, αναχώρησε ήσυχα. Όχι για μια απλή ανάπαυση, αλλά για την αιωνιότητα.
Ο Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε στο Λιβίσι της Μικράς Ασίας το 1920, σε ένα χωριό που σβήστηκε από τον χάρτη μαζί με τις πατρογονικές εστίες των Ελλήνων. Από τα εννιά παιδιά της Θεοδωρούλας και του Σταύρου, μόλις τρία επιβίωσαν. Η προσφυγιά ήρθε νωρίς. Ο πατέρας του, όπως και χιλιάδες άλλοι, στάλθηκε στα αμελέ ταμπουρού, στα καταναγκαστικά τάγματα εργασίας της Ανατολίας. Τον θεωρούσαν αγνοούμενο.
Μάνα και παιδιά κατέφυγαν σε μια αποθήκη στον Άγιο Γεώργιο Άμφισσας. Έτρωγαν ό,τι έβρισκαν. Ένα θαύμα – ή μια σύμπτωση – έφερε πίσω τον Σταύρο, που γλίτωσε από τον θάνατο και βρήκε τελικά την οικογένειά του, χρόνια μετά, χωρίς να γνωρίζει αν ζούσαν. Ήταν μια από τις πολλές φορές που ο θάνατος στάθηκε δίπλα στον μικρό Ιάκωβο και δεν τον πήρε.
Το 1925 εγκαταστάθηκαν στη Φαράκλα Ευβοίας. Ο Ιάκωβος, παιδί ακόμα, έδειχνε από νωρίς σημάδια ασκητικής κλίσης. Δεν έπαιζε, δεν φώναζε. Τον φώναζαν καλόγερο. Από την πρώτη τάξη του Δημοτικού προσευχόταν μόνος του, ζούσε απλά και σιωπηλά. Έβλεπε συχνά οράματα – η Αγία Παρασκευή, λένε, του εμφανίστηκε όταν ήταν ακόμη παιδί.
Δεν μπόρεσε να συνεχίσει το σχολείο. Η οικογένεια είχε ανάγκη από εργατικά χέρια. Δούλευε στα χωράφια, στα κτήματα, σε οικοδομές. Στα δεκαπέντε του αρρώστησε βαριά. Πέρασε τη δοκιμασία και επέζησε. Ακολούθησαν χειρότερα. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η πείνα, ο θάνατος της μητέρας του, η αιχμαλωσία από τους Γερμανούς στη Στροφυλιά, ο Εμφύλιος, ο στρατός, και τέλος, ο θάνατος του πατέρα του. Όλα πριν τα 30 του χρόνια.
Μόλις παντρεύτηκε η αδελφή του, όπως είχε υποσχεθεί στη μάνα του, μπήκε στο μοναστήρι του Οσίου Δαυίδ. Ήταν ερείπιο. Μέσα ζούσαν ζώα και βοσκοί. Οι μοναχοί τον είδαν σχεδόν σαν παρείσακτο. Του έδωσαν ένα σπασμένο κελί. Τον ειρωνεύονταν. Δεν έφυγε. Έμεινε. Καθάριζε, επιδιόρθωνε, προσευχόταν.
Το 1952 έγινε μοναχός. Δύο μέρες μετά τη χειροτονία του σε διάκονο, έγινε ιερέας. Η ασκητική ζωή του ξεκίνησε για τα καλά. Εξομολογούσε, λειτουργούσε καθημερινά, ζούσε με ελάχιστο φαγητό και καθόλου ανάπαυση. Τα πρώτα του προβλήματα υγείας ήρθαν γρήγορα. Πόνος στη μέση, αμυγδαλές, νεφρά, σκωληκοειδής, προστάτης, φλεβίτιδες, καρδιά. Τα πέρασε όλα σχεδόν αδιαμαρτύρητα.
Το 1975, ορίστηκε Ηγούμενος. Η Μονή του Οσίου Δαυίδ, χάρη σε αυτόν, έγινε ξανά φάρος. Εξομολογούσε με κατανόηση, δεν μάλωνε κανέναν, ήταν αυστηρός μόνο με τον εαυτό του. Έκανε χιλιάδες ανθρώπους να επιστρέψουν στην πίστη. Είχε ήδη γίνει γνωστός για τις πνευματικές του εμπειρίες, τη διαύγεια, τις διηγήσεις, τις εμφανίσεις αγίων.
Το 1986 μπήκε στο νοσοκομείο για βηματοδότη. Δεν ήθελε. Είπε «ας γίνει το θέλημα του Θεού». Στο ίδιο νοσοκομείο, λίγες μέρες μετά, μπήκε ο Ανδρέας Παπανδρέου για εγχείρηση. Ο Ιάκωβος τον ευλόγησε με μια απλότητα που συγκλόνισε και τον ίδιο τον πολιτικό. Δεν έκανε διακρίσεις.
Στις 21 Νοεμβρίου 1991, ανήμερα της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου, πήρε μέρος στη Θεία Λειτουργία. Μετάλαβε. Είχε ήδη επιστρέψει άρρωστος από την εντατική, με πνευμονία. Ο γιατρός του του είπε να γυρίσει στο νοσοκομείο. Εκείνος χαμογέλασε: «Δεν προλαβαίνω να ξαναπάω». Ήξερε. Κοιμήθηκε λίγες ώρες μετά.
Στις 27 Νοεμβρίου 2017, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπέγραψε την αγιοκατάταξή του. Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης ανήκει πλέον στις ζωντανές μορφές αγιότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται στις 22 Νοεμβρίου. Όχι για τα θαύματα, τις εμφανίσεις, ή τις διηγήσεις. Αλλά για την ίδια του τη ζωή.