Έχασε το παιδί της, τον άντρα της και τον πατέρα της. Κλείστηκε σε ένα μοναστήρι και έσωσε ένα χωριό από τους Γερμανούς.
Δεν ήταν αγία όταν πήγε στο μοναστήρι. Ήταν μια γυναίκα που δεν της είχε μείνει τίποτα. Εκεί όμως, ανάμεσα σε ερείπια και προσευχές, έγινε κάτι παραπάνω.
Το όνομά της ήταν Σοφία Χοτοκουρίδου. Γεννήθηκε το 1883 στον Πόντο, τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από παιδί αγαπούσε την ησυχία, την προσευχή και τα καντήλια των εκκλησιών. Δεν της ταίριαζαν τα παιχνίδια των συνομηλίκων της. Στα 24 της την πάντρεψαν με τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη. Έκαναν ένα παιδί. Σύντομα το παιδί πέθανε. Δύο χρόνια αργότερα, εξαφανίστηκε ο άντρας της. Μετά χάθηκε και ο πατέρας της. Δεν της έμεινε τίποτα.
Το 1916 εξαφανίζεται κι εκείνη από τα αρχεία της ζωής. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, φτάνει στην Ελλάδα. Εργάζεται ως νεωκόρος σε εκκλησία της Θεσσαλονίκης. Οι συγγενείς της την ανακαλύπτουν εκεί, σαν να είχε γλιτώσει από τον θάνατο. Μα η ίδια είχε ήδη βρει τον προορισμό της αλλού. Είχε δει, λέει, την Παναγία να την καλεί. Και έτσι το 1927, στα 44 της χρόνια, φτάνει στην Κλεισούρα Καστοριάς. Εκεί, στο εγκαταλελειμμένο μοναστήρι της Παναγίας, εγκαθίσταται για πάντα.
Το μοναστήρι τότε δεν είχε μοναχές, μόνο έναν αγιορείτη ιερέα και λίγα ερείπια. Η Σοφία καθάριζε, φρόντιζε τους περαστικούς, έραβε, παρηγορούσε. Άνθρωποι ανέβαιναν στο μοναστήρι μόνο και μόνο για να ακούσουν μια κουβέντα της. Τους μιλούσε σαν να τους ήξερε από παλιά. Δεν είχε περιουσία, δεν κρατούσε χρήματα, δεν ζητούσε τίποτα. Το μόνο που ζητούσε ήταν να τους προσέχει η Παναγία. Και φαινόταν πως κάτι ήξερε.
Το 1944, οι Γερμανοί μπήκαν στην Κλεισούρα. Έσφαξαν 286 αμάχους, έκαψαν 150 σπίτια. Οι κάτοικοι που γλίτωσαν, έτρεξαν να κρυφτούν στο μοναστήρι. Οι Γερμανοί το περικύκλωσαν με μπιτόνια βενζίνης. Ήταν έτοιμοι να το κάψουν. Η Σοφία, μαρτυρούν όσοι έζησαν, βγήκε και τους παρακάλεσε. Δεν ξέρουμε τι τους είπε. Ξέρουμε μόνο ότι έφυγαν. Το μοναστήρι δεν κάηκε. Ο κόσμος σώθηκε.
Το 1971, σε ηλικία 88 ετών, έγινε μοναχή με το όνομα Μυρτιδιώτισσα. Πολλοί την θεωρούσαν ήδη αγία. Δεν κοιμόταν σε κρεβάτι. Έτρωγε ελάχιστα. Έβγαινε στο χιόνι χωρίς ρούχα. Δεν άρρωσταινε. Δεν μιλούσε ποτέ για τον εαυτό της. Μόνο για τον Θεό και για τον πόνο των άλλων.
Έφυγε από τη ζωή στις 6 Μαΐου 1974, ήσυχα, στο ίδιο μοναστήρι. Το 2012, ανακηρύχθηκε Αγία από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Οι κάτοικοι της Κλεισούρας λένε ακόμα ότι τους έσωσε. Και δεν μιλούν μόνο για το 1944.