Έχασε τον πατέρα του από χολέρα, τον απέλυσαν γιατί υπερασπίστηκε την Ελλάδα και στο τέλος χάρισε όλη του τη ζωή στα βιβλία
Ήταν παιδί όταν έχασε τον πατέρα του. Νέος όταν απολύθηκε για ένα βιβλίο που υπερασπιζόταν την Ελλάδα
Ήταν μόλις 10 χρονών όταν ο πατέρας του πέθανε από χολέρα. Δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε πατέρας, αλλά ο Γεώργιος Γεννάδιος, δάσκαλος του Γένους και μορφή της πνευματικής αναγέννησης των Ελλήνων. Ο Ιωάννης δεν τον ξέχασε ποτέ. Θυμόταν πώς τους καθόταν εκατέρωθεν της έδρας και δίδασκε με λόγο σωκρατικό, αφήνοντας στις παιδικές τους καρδιές ανεξίτηλα σημάδια.
Στα 13 του έφυγε από την Αθήνα για να σπουδάσει στη βρετανική Μάλτα. Εκεί έμαθε να μιλά σαν Άγγλος και να σκέφτεται σαν Ευρωπαίος. Γύρισε πίσω για λίγο, μα η φωνή της ξενιτιάς τον καλούσε πάλι. Στο Λονδίνο, προσλήφθηκε στον εμπορικό οίκο των αδελφών Ράλλη. Φαινόταν πως είχε μπει στην τροχιά του εμπόρου. Αλλά ο Ιωάννης είχε μέσα του φωτιά.
Το 1870 έγινε μια ληστεία στο Δήλεσι. Άγγλοι και Ιταλοί σκοτώθηκαν από λήσταρχους και η βρετανική κοινή γνώμη ξέσπασε εναντίον της Ελλάδας. Ο Γεννάδιος δεν άντεξε τη συκοφαντία. Έγραψε ένα βιβλίο. Μίλησε με αριθμούς, με ιστορικά παραδείγματα, με ντοκουμέντα. Το μοίρασε στο αγγλικό κοινοβούλιο. Τον χειροκρότησαν οι Έλληνες. Τον απόλυσαν οι Ράλληδες.
Η απόλυσή του δεν ήταν για πολιτικούς λόγους, μα επειδή «παρέβη την πειθαρχία της εταιρείας». Ο ίδιος το είπε αλλιώς: έσπασε τον φόβο και την αδράνεια. Και κάπως έτσι άρχισε η διπλωματική του πορεία. Στην Ουάσινγκτον, στην Κωνσταντινούπολη, στη Βιέννη και στο Λονδίνο, όπου έγινε τελικά πρέσβης. Και όπου η βασίλισσα Βικτωρία τον κάλεσε στα ανάκτορα.
Όπου κι αν πήγαινε, έγραφε. Υπέγραφε άλλοτε ως Diplomatist, άλλοτε ως Greek Statesman, κι άλλοτε με αρχικά μόνο. Στη Νέα Υόρκη έγραφε άρθρα για την Evening Post. Δεν έγραφε για να εντυπωσιάσει. Έγραφε για να εξηγήσει. Για να υπερασπιστεί την Ελλάδα. Για να προλάβει τις διαστρεβλώσεις των ξένων και να πει τη δική του αλήθεια.
Στο μεταξύ, μάζευε βιβλία. Από παιδί. Το πρώτο το είχε πάρει από τον πατέρα του. Στη Μάλτα, στο Λονδίνο, στην Πόλη, ό,τι έβρισκε ελληνικό ή σπάνιο, το αγόραζε. Έκοβε από το φαγητό του για να αγοράζει εκδόσεις. Έφτασε να έχει 1.000, μετά 5.000, μετά δεκάδες χιλιάδες τίτλους. Μα όταν έχασε τη δουλειά του, τα πούλησε όλα για να επιβιώσει.
Το 1892 τον ανακάλεσαν από το διπλωματικό σώμα. Δεν του έδωσαν σύνταξη. Για λίγες μέρες καθυστέρησε να τη δικαιούται. Και έτσι αναγκάστηκε να δώσει τα σπανιότερα κομμάτια της συλλογής του στον οίκο Sotheby. 3.222 τίτλοι που έκαιγαν την ψυχή του όταν τους αποχωριζόταν. Κράτησε μόνο ό,τι δεν μπορούσε να βρει ξανά. Και ξεκίνησε πάλι από την αρχή.
Το 1902 παντρεύτηκε τη Florence Kennedy, μια σκοτσέζα αριστοκρατικής καταγωγής. Μαζί της, και με κάποιες οικονομίες που του επέτρεψαν να ανασάνει, ξαναδημιούργησε την πιο πλούσια ιδιωτική βιβλιοθήκη ελληνικού ενδιαφέροντος που είχε υπάρξει ποτέ. Με βιβλία από την αρχαιότητα μέχρι το 1900. Θρησκεία, φιλοσοφία, τέχνη, ιστορία, πολιτική. Όλα όσα θα μπορούσαν να αφηγηθούν την Ελλάδα.
Το 1922 πήγε στην Ουάσινγκτον, ως απεσταλμένος για το δράμα της Σμύρνης. Δεν πέτυχε βοήθεια. Αλλά εκεί, πήρε μια απόφαση: να δωρίσει τα 26.000 βιβλία του στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών. Με δικά του έξοδα βρήκε χρηματοδότηση για το κτίριο, με παρέμβασή του η Carnegie Foundation έβαλε τα χρήματα, και το ελληνικό κράτος τον χώρο.
Το 1926 έγιναν τα εγκαίνια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Εκείνος παρών. Εκείνη η μέρα ήταν, όπως είπε, «η ευτυχέστερη της ζωής μου». Σαν να επέστρεφε στον πατέρα του. Στην τάξη που του είχε στήσει κάποτε με τον αδελφό του, εκατέρωθεν της έδρας. Σαν να είχε κλείσει ένας κύκλος που είχε αρχίσει με χολέρα και τελείωνε με φως.
Ο Ιωάννης Γεννάδιος πέθανε το 1932, σε ηλικία 88 ετών. Ετάφη στο West Norwood του Λονδίνου. Ό,τι άφησε πίσω του δεν ήταν απλώς μια βιβλιοθήκη. Ήταν ένας εθνικός θησαυρός, φτιαγμένος από χαρτί και από ψυχή.