Έχασε τον πατέρα του, παράτησε το μπάσκετ. Όταν γύρισε, δεν ήταν ο ίδιος. Ήταν ο θρύλος.
Έχασε τον πατέρα του, παράτησε το μπάσκετ, και γύρισε για να γίνει αθάνατος. Αυτή είναι η ιστορία της δεύτερης γέννησης του Michael Jordan.
Ο Μάικλ Τζόρνταν δεν ήταν μόνο ο πιο εντυπωσιακός αθλητής του 20ού αιώνα. Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε μιμούμενος τον πατέρα του, κολλώντας τη γλώσσα του στα χείλη όταν ήταν συγκεντρωμένος – μια μικρή κίνηση που έγινε σύμβολο. Όταν ο πατέρας του δολοφονήθηκε, εκείνος δεν βρήκε νόημα ούτε στο ίδιο του το ταλέντο. Παράτησε το μπάσκετ, έκλεισε το κεφάλαιο ενός μύθου και προσπάθησε να γίνει κάτι άλλο: παίκτης μπέιζμπολ, όπως ήθελε ο πατέρας του. Δεν τα κατάφερε.
Η Αμερική σοκαρίστηκε όταν ανακοίνωσε την απόσυρσή του το 1993, στην κορυφή, στα 30 του, με τρία πρωταθλήματα στη σειρά. Δεν είχε κανείς απάντηση, μόνο υποθέσεις. Όμως η απάντηση ήταν απλή: ήθελε να θρηνήσει. Ήθελε να εξαφανιστεί. Να μην είναι ο MJ.
Για ενάμιση χρόνο, έψαχνε ένα άλλο νόημα. Κανείς δεν πίστευε ότι θα γύριζε. Και όμως. Δύο λέξεις αρκούσαν: “I’m back”. Ο κόσμος σταμάτησε. Η τηλεθέαση εκτοξεύτηκε. Οι ελπίδες ξαναχτίστηκαν.
Γύρισε με το νούμερο 45, όχι το 23. Ένας άλλος αριθμός, άλλος άνθρωπος. Στην αρχή, δεν ήταν ο παλιός Τζόρνταν. Φαινόταν θολός, σαν φάντασμα του εαυτού του. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ.
Στην επόμενη χρονιά, το 1996, οδήγησε τους Μπουλς στο καλύτερο ρεκόρ όλων των εποχών μέχρι τότε – 72 νίκες. Πήρε το πρωτάθλημα. Έκλαψε κρατώντας τη μπάλα στο πάτωμα των αποδυτηρίων. Δεν υπήρχε πια κανείς να τον αγκαλιάσει. Ο πατέρας του δεν ήταν εκεί. Ήταν όμως η φωνή του μέσα του. Και εκείνος νίκησε για τους δυο τους.
Δεν ήταν απλώς ένας αθλητής. Ήταν ένας άντρας που έπεσε, και γύρισε με τα χέρια γεμάτα φωτιά. Κατέκτησε άλλα τρία πρωταθλήματα. Και όταν πια αποσύρθηκε οριστικά, είχε περάσει στην αιωνιότητα όχι για τα στατιστικά του, αλλά γιατί έδειξε στον κόσμο τι σημαίνει να χάνεις τα πάντα και να ξαναχτίζεις τη μοίρα σου με τα ίδια σου τα χέρια.