Έδειξε τι σημαίνει έρωτας, εξουσία και υποκρισία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου
Έγινε διάσημος γράφοντας θεατρικές φαρσοκωμωδίες για τις γυναίκες που διεκδικούν την ελευθερία τους και τους πολιτικάντηδες της επαρχίας που μιλάνε με κλισέ και ζουν για τις ψήφους. Ποιος ήταν ο Παναγιώτης Καγιάς;
Γεννήθηκε στα Λαγκάδια Αρκαδίας, μα εκείνο που έφερε στην Αθήνα δεν ήταν η καταγωγή του — ήταν η ειρωνεία του. Ο Παναγιώτης Καγιάς δεν σπούδασε θέατρο, δεν μεγάλωσε σε σκηνές και δεν ανήκε σε καμία σχολή. Σπούδασε νομικά και δούλεψε στο Υπουργείο Συγκοινωνιών. Όμως το βράδυ έγραφε. Έγραφε για πράγματα που δεν τα έλεγες φωναχτά, αλλά γελούσες όταν τα έβλεπες επί σκηνής.
Στα έργα του ο έρωτας δεν ήταν ποτέ άγιος, ούτε αγνός. Ήταν πρακτικός, διαχειρίσιμος, πολλές φορές απελπισμένος. Οι γυναίκες του Καγιά δεν περίμεναν τους άνδρες. Τους διεκδικούσαν, τους απέρριπταν, τους διαμόρφωναν. Και κυρίως, μιλούσαν — πολύ. Σε μια εποχή που η γυναίκα στη σκηνή ήταν διακοσμητικό, εκείνος της έδινε στόματα και θέληση. Δεν έγραφε φεμινιστικά μανιφέστα, αλλά άφηνε την πράξη να πει περισσότερα από το σύνθημα.
Η πολιτική του σάτιρα δεν είχε τυμπανοκρουσίες. Ο «Τοπικός Παράγων» ήταν ένας χαρακτήρας βγαλμένος από κάθε χωριό, κάθε σύλλογο, κάθε παρασκηνιακό γραφείο όπου η ψήφος ήταν πιο σημαντική απ’ την ιδέα. Ο ίδιος ο τίτλος έγινε σχεδόν παροιμιώδης. Ο Καγιάς γελοιοποίησε την εξουσία χωρίς να την καταγγείλει, την έκανε ανθρώπινη, μικρή, αμήχανη. Έτσι ήταν πιο αποτελεσματικός.
Το «Τιμόνι στον έρωτα» παίχτηκε από τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και λίγο αργότερα ξανά με τον Βασίλη Λογοθετίδη. Το κοινό γελούσε, οι κριτικοί δίχαζαν: άλλοι έβλεπαν τεχνική και ευστροφία, άλλοι κοινοτοπία και εύκολα αστεία. Ο ίδιος δεν αντέδρασε ποτέ έντονα. Δεν του άρεσαν οι κραυγές. Ήξερε ότι η διάρκεια είναι καλύτερη απ’ την εντύπωση.
Η γραφή του δεν περιορίστηκε στη σκηνή. Έγραψε ιστορικά δράματα για τη Μαντώ Μαυρογένους, τον Υψηλάντη, την Ασπασία, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Τα περισσότερα δεν ανέβηκαν ποτέ. Ίσως γιατί στα κείμενά του αυτά δεν κυριαρχούσε το μεγαλείο αλλά η αντίφαση, το πάθος, το ανθρώπινο ρήγμα. Ούτε η Ασπασία ήταν μόνο εταίρα, ούτε η Μαντώ μόνο εθνική ηρωίδα. Ο Καγιάς έσπαγε το μάρμαρο και άφηνε χαρακτήρες με αδυναμίες και επιθυμίες.
Η φήμη του δεν κράτησε όσο εκείνων που φώναζαν. Όμως τα έργα του συνεχίστηκαν στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, ακόμα και στον κινηματογράφο. «Οι 900 της Μαρίνας» βασίστηκαν σε δικό του θεατρικό. Ήταν ο μόνος του διάλογος με τη μεγάλη οθόνη. Δεν τον ενδιέφερε η δόξα. Τον ενδιέφερε η ζωή — όπως την έβλεπε από μέσα, από τα γραφεία, τα σπίτια, τα καφενεία και τις παρεξηγήσεις.
Πέθανε το 1987. Ήσυχα. Ούτε σκάνδαλα, ούτε συνεντεύξεις, ούτε εθνικά βραβεία με φωνές. Μα αν διαβάσει κανείς σήμερα τις «Μεγάλες Ώρες» του, ή ξαναδεί τον «Τοπικό Παράγοντα», θα δει έναν συγγραφέα που έζησε στο Μεσοπόλεμο αλλά καταλάβαινε καλά το σήμερα. Και κυρίως καταλάβαινε τον Έλληνα: πώς ερωτεύεται, πώς παριστάνει τον σπουδαίο και πώς τελικά γελάει με τον ίδιο του τον εαυτό.