Έδωσε 25 χρυσά νομίσματα στον δήμιο του. Όχι από φόβο. Από αγάπη.
Βαφτίστηκε τη νύχτα της Ανάστασης και κήρυξε τη δύναμη της μετάνοιας. Ο Άγιος Κυπριανός της Καρχηδόνας μαρτύρησε με γενναιότητα, δίνοντας ακόμη και φιλοδώρημα στον δήμιο του.
Τον έλεγαν Θάσκιο. Ήταν μάγος, πλούσιος, ρήτορας και λάτρης της ειδωλολατρίας. Ζούσε έντονα, με κύρος και εξουσία, σε μια εποχή που το να είσαι χριστιανός ισοδυναμούσε με καταδίκη. Όμως κάτι άλλαξε μέσα του. Στην Αντιόχεια, γνώρισε τον Καικίλιο, έναν πρεσβύτερο, και όλη του η κοσμοθεωρία άρχισε να μεταμορφώνεται. Πίστεψε. Και βαφτίστηκε. Όχι όποτε κι όποτε, αλλά το Μεγάλο Σάββατο του 246. Από τότε τον φώναζαν Κυπριανό.
Σε λίγα χρόνια, μέσα από πιέσεις αλλά και θαυμασμό, έγινε επίσκοπος Καρχηδόνας. Το ποίμνιό του τον αγάπησε, αλλά τα ανώτερα στελέχη της Εκκλησίας τον έβλεπαν με καχυποψία. Όταν ξέσπασαν οι μεγάλοι διωγμοί επί Δεκίου, ο Κυπριανός δεν δραπέτευσε. Κρύφτηκε για λίγο, μόνο και μόνο για να συνεχίσει να καθοδηγεί το ποίμνιό του από το περιθώριο. Όταν ξαναγύρισε, οι επιδημίες τον βρήκαν στην πρώτη γραμμή. Φρόντιζε τους αρρώστους, μάζευε εράνους και βοηθούσε ακόμη και ειδωλολάτρες.
Ήταν αυτός που έλυσε ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα της Εκκλησίας: τι να κάνουμε με εκείνους που θυσίασαν στα είδωλα για να γλιτώσουν. Να τους δεχτούμε πίσω; Να τους ξαναβαφτίσουμε; Να τους τιμωρήσουμε; Εκείνος μίλησε για αληθινή μετάνοια. Όχι για τιμωρία. Οργάνωσε τρεις συνόδους στην Καρχηδόνα και έδωσε φωνή σε όσους δεν είχαν. Όμως δεν ήταν όλοι ευχαριστημένοι.
Ο Πάπας Στέφανος ήθελε εξουσία πάνω σε όλους τους επισκόπους. Ο Κυπριανός δεν το δέχτηκε. Για εκείνον, όλοι οι επίσκοποι ήταν ίσοι. Ούτε ο Πέτρος, ούτε κανείς άλλος, δεν είχε το δικαίωμα να γίνει “επίσκοπος των επισκόπων”. Αυτό εξόργισε τη Ρώμη. Ο Πάπας τον αφόρισε. Όμως η πίστη του λαού ήταν με το μέρος του Κυπριανού.
Όταν άρχισαν πάλι οι διωγμοί, αυτή τη φορά επί Βαλεριανού, ο Κυπριανός συνελήφθη. Του ζητήθηκε να προδώσει τους χριστιανούς που κρύβονταν. Δεν το έκανε. Καταδικάστηκε σε αποκεφαλισμό. Πριν πεθάνει, ζήτησε να γονατίσει και να προσευχηθεί. Έδωσε 25 χρυσά νομίσματα στον δήμιο του. Όχι από φόβο. Από αγάπη.
Ήταν ο άγιος που μίλησε για ενότητα, για ισότητα, για μετάνοια, για σωτηρία. Που ήξερε τη μαγεία και την απαρνήθηκε. Που γνώρισε τη δόξα αλλά διάλεξε την ταπείνωση. Που βαφτίστηκε το Μεγάλο Σάββατο και την πίστη του την υπέγραψε με αίμα.