Έδωσε 300 ομιλίες για την Ελλάδα μέσα στη Βρετανία. Στην Αθήνα της πήραν το όνομα, το σπίτι και την ιθαγένεια
Έδωσε 300 ομιλίες για την Ελλάδα σε εργοστάσια και σχολεία της Βρετανίας. Στην πατρίδα της πήραν το διαβατήριο, το σπίτι και το παιδί της. Την είπαν “λιόπαρδη”.
Ήταν γυναίκα, φιλόσοφος, συγγραφέας και παιδαγωγός σε μια εποχή που οι λέξεις αυτές δεν έμπαιναν εύκολα δίπλα-δίπλα. Η Έλλη Λαμπρίδη δεν ζήτησε ποτέ βραβεία. Ζήτησε μόνο να μιλά, να γράφει και να υπηρετεί την Ελλάδα. Της το πλήρωσαν με σιωπή, εξορία και στέρηση πατρίδας. Στο τέλος, δεν της έμεινε τίποτα — παρά μόνο το δικαίωμα να αφήσει πίσω της μια βιβλιοθήκη.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1896. Ο πατέρας της ήταν λόγιος και πολιτικός, η μητέρα της μουσικός. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι με πιάνο, βιβλία και ιδέες. Από νωρίς γράφει, μεταφράζει, μπαίνει στους κύκλους των λογίων και των διανοουμένων. Το 1916 γνωρίζει τον Άγγελο Σικελιανό. Την επόμενη μέρα φεύγει για σπουδές. Ο Σικελιανός της υπόσχεται ότι θα της στέλνει τηλεγραφήματα για να της θυμίζει πως είναι Ελληνίδα. Δεν της έστειλε ποτέ. Δεν χρειάστηκε. Εκείνη δεν το ξέχασε ποτέ.
Την περίοδο της Κατοχής βρίσκεται στο Λονδίνο. Εργάζεται στο Γραφείο Πληροφοριών της ελληνικής κυβέρνησης. Εκφωνεί πάνω από 300 ομιλίες σε όλη τη Βρετανία, μιλά για την Ελλάδα στα σχολεία, στα εργοστάσια, στους Ροταριανούς, στις γυναίκες της υπαίθρου και στα στρατόπεδα του πολέμου. Μιλάει στο ραδιόφωνο. Την ακούνε και κλαίνε. Λέει: «Δεν περνούσε εβδομάδα χωρίς να δώσω τουλάχιστον μία ή δύο, μερικές φορές και τέσσερις ομιλίες».
Κι όμως, όταν γυρίζει στην Ελλάδα, η πατρίδα της δεν την αναγνωρίζει. Της αφαιρούν την ιθαγένεια το 1949. Δεν έχει δικαίωμα να επιστρέψει. Της την επιστρέφουν το 1959, δέκα χρόνια εξορίας. Μετά ήρθε η Χούντα. Της την αφαιρούν ξανά. Την καλούν στη Γενική Ασφάλεια. Ανακρίνεται για τις πεποιθήσεις της, για τα βιβλία της, για το θάρρος της. Και της ζητούν να δηλώσει μεταμέλεια.
Όμως το χειρότερο ήταν προσωπικό. Η κόρη της σκοτώνεται μες στα Δεκεμβριανά, από αγγλική σφαίρα. Εκείνη δεν θα την ξεπεράσει ποτέ. Δεν έχει πια οικογένεια. Ό,τι της μένει, το κάνει αποστολή. Αγοράζει ένα διαμέρισμα στο Κολωνάκι για να στεγάσει τη Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη που δεν πρόλαβε να χτίσει η ίδια. Το διαμέρισμα κινδυνεύει να το χάσει. Παλεύει να το σώσει. Το κρατά και το αφήνει με διαθήκη στους επόμενους, γιατί η φιλοσοφία, λέει, παραμελείται στην Ελλάδα και πρέπει να μείνει κάτι πίσω.
Ήταν εκεί όταν ο Καζαντζάκης έγραφε την Οδύσσεια του στην Αίγινα. Ήταν εκείνη που τον ενέπνευσε να φτιάξει τη λιόπαρδη – μια γυναίκα-θηρίο, σύμβολο του έρωτα, της σοφίας και του πόνου. Της έγραφε γράμματα σαν να της ορκίζεται ότι δεν θα την ξεχάσει ποτέ. Της έδωσε θέση μέσα στο μεγαλύτερο έργο της ζωής του.
Η Λαμπρίδη έγραψε πάνω από 300 μελέτες και άρθρα, λήμματα σε εγκυκλοπαίδειες, βιβλιοκρισίες, μεταφράσεις. Όμως, όταν πέθανε, δεν ήταν κανενός ήρωας. Ήταν μια γυναίκα που είχαν προσπαθήσει να σβήσουν. Που γύρισε πίσω με ακρωτηριασμένο βίο, χωρίς παιδί, χωρίς εθνικότητα, χωρίς δικαίωμα στην αναγνώριση. Της το πλήρωσαν γιατί δεν φοβήθηκε ποτέ να μιλήσει.