Έφυγαν νύχτα με αντιτορπιλικό, κρύφτηκαν στην Αφρική, έφτασαν στο Λονδίνο. Η εξόριστη κυβέρνηση της Ελλάδας
Έφυγαν νύχτα με αντιτορπιλικό, κρύφτηκαν στην Αφρική, έφτασαν στο Λονδίνο. Η συγκλονιστική ιστορία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης που δεν παραδόθηκε στους Ναζί.
Στις 18 Απριλίου 1941, ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής έβαλε τέλος στη ζωή του. Η χώρα βρισκόταν στο χείλος της άλωσης. Οι Γερμανοί πλησίαζαν απειλητικά στην Αθήνα, και η Ελλάδα βρισκόταν ακέφαλη, παραδομένη στη μοίρα της. Μέσα σε αυτή την ασφυκτική κατάσταση, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ απηύθυνε την ύστατη έκκληση: να συνεχιστεί ο αγώνας από αλλού. Κάλεσε τον τραπεζίτη Εμμανουήλ Τσουδερό, έναν άνθρωπο χωρίς πολιτικό βάρος αλλά με πατριωτικό σθένος, να αναλάβει πρωθυπουργός. Εκείνος δέχτηκε.
Η απόφαση ήταν αστραπιαία. Ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και ελάχιστοι αξιωματούχοι επιβιβάστηκαν σε πλοία και εγκατέλειψαν την Αθήνα. Νέα πρωτεύουσα της Ελλάδας για λίγες μέρες: τα Χανιά της Κρήτης. Από εκεί, ο Γεώργιος Β΄ απηύθυνε το δραματικό του διάγγελμα, ζητώντας από τους Έλληνες να μη χάσουν την πίστη τους. Μα η μοίρα είχε ήδη χαράξει τη διαδρομή της. Στις 22 Μαΐου 1941, κάτω από τη σκιά της γερμανικής εισβολής στην Κρήτη, οι ηγέτες της ελεύθερης Ελλάδας επιβιβάστηκαν νύχτα στο βρετανικό αντιτορπιλικό “Decoy” από μια άγνωστη ακτή της Αγίας Ρούμελης και χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι της Μεσογείου.
Η νέα προσωρινή βάση ήταν η Αίγυπτος. Μα ούτε εκεί ήταν ευπρόσδεκτοι. Οι Αιγύπτιοι, προσπαθώντας να κρατήσουν ουδετερότητα, κοιτούσαν με καχυποψία την ελληνική παρουσία. Το ίδιο και πολλοί Έλληνες της διασποράς, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την «μεταξική» σύνθεση της κυβέρνησης. Τα πνεύματα ήταν τεταμένα. Για να σωθεί η κατάσταση, ο Τσουδερός αναγκάστηκε να διώξει όσους υπουργούς είχαν σχέσεις με το καθεστώς Μεταξά.
Κι όμως, τα προβλήματα δεν σταμάτησαν. Καθώς η πολιτική και στρατιωτική ισορροπία γινόταν κάθε μέρα και πιο ασταθής, αποφάσισαν να φύγουν κι από την Αίγυπτο. Ακολούθησε ένα επικό ταξίδι διά μέσου της Αφρικής. Πέρασαν από τη Νότια Αφρική, φιλοξενήθηκαν από τον πρόεδρο Γιαν Σματς, κι έπειτα έφτασαν στο Λονδίνο, τον Σεπτέμβριο του 1941.
Εκεί, στην παγωμένη ομίχλη του Τάμεση, μακριά από την πατρίδα, χωρίς στρατό, χωρίς έδαφος, χωρίς λαό, έστησαν την εξόριστη κυβέρνηση της ελεύθερης Ελλάδας. Μια κυβέρνηση φάντασμα, που όμως κράτησε άσβεστη την ελπίδα. Δίπλα στους Συμμάχους, στην καρδιά της αντίστασης κατά του Άξονα.
Στην κατεχόμενη Ελλάδα, οι Γερμανοί εγκαθιστούσαν τις δωσιλογικές κυβερνήσεις του Τσολάκογλου, του Λογοθετόπουλου και του Ράλλη. Ο λαός λιμοκτονούσε. Οι αντάρτες στις κορυφές των βουνών άναβαν τις πρώτες σπίθες αντίστασης. Κι εκεί, μέσα στο σκοτάδι, η φωνή του ελεύθερου ελληνικού κράτους ακουγόταν από το Λονδίνο: «Δεν παραδοθήκαμε ποτέ».
Η κυβέρνηση Τσουδερού δεν κατάφερε ποτέ να ανακτήσει τον έλεγχο του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή. Οι έριδες, οι εξεγέρσεις και οι αιματηρές συγκρούσεις στις μονάδες οδήγησαν τελικά στην παραίτησή της το 1944. Μα η παρακαταθήκη της έμεινε. Όταν η Ελλάδα απελευθερώθηκε, δεν ήταν ένας λαός που παραδόθηκε, αλλά ένας λαός που αγωνίστηκε.
Έστω κι αν η σημαία του κράτους κυμάτιζε για τρία χρόνια πάνω από ένα άγνωστο γραφείο στο Λονδίνο.