Έφυγε από τη Θεσσαλονίκη και τίμησε την Ελλάδα από τη Μάλτα όσο λίγοι
Ξενιτεύτηκε έφηβος και γύρισε μόνο τα χρήματά του. Ο Ιωάννης Παπάφης τίμησε την Ελλάδα από τη Μάλτα όσο λίγοι, χτίζοντας ελπίδα εκεί που δεν υπήρχε τίποτα.
Ήταν μόλις δεκαεφτά ετών όταν άφησε πίσω του τη Θεσσαλονίκη. Δεν ήταν από φτωχή οικογένεια, αλλά ούτε και από αυτές που είχαν λόγο στον κόσμο των εμπορικών δυνάμεων της Μεσογείου. Ο Ιωάννης Παπάφης πήγε στη Μάλτα για να κυνηγήσει μια καλύτερη ζωή. Και όχι μόνο την βρήκε — την έκανε ζωή και για άλλους.
Γεννημένος το 1792, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μάλτα στις αρχές του 19ου αιώνα. Σε μια εποχή που οι Έλληνες είτε κρύβονταν είτε ξενιτεύονταν, εκείνος κατάφερε να δημιουργήσει έναν εμπορικό κολοσσό σε ένα νησί που, εκείνη την περίοδο, έσφιζε από ξένες σημαίες, βρετανικές φρουρές και προσφυγικά βήματα. Ο Παπάφης δεν έφτιαξε απλώς περιουσία. Έχτισε αξιοπιστία. Και μαζί της, σχέσεις που τον έφεραν κοντά στην κορυφή των εμπορικών κύκλων της περιοχής.
Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821, ήταν ήδη καταξιωμένος. Δεν έμεινε αμέτοχος. Έστειλε χρήματα, προμήθειες, ενίσχυσε τους αγώνες του Γένους από απόσταση, χωρίς να ζητήσει τίποτα. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, δεν επέστρεψε. Δεν ζήτησε τιμές. Αντίθετα, συνέχισε να βοηθά τους αδύναμους, τους πρόσφυγες, τα παιδιά.
Το 1855, έστειλε μια σημαντική δωρεά για τη δημιουργία ενός πρότυπου ορφανοτροφείου στη Θεσσαλονίκη. Το Παπάφειο. Μέχρι σήμερα, το όνομα του κτιρίου κουβαλά τη μνήμη ενός ανθρώπου που δεν ξέχασε ούτε την πόλη που τον γέννησε, ούτε τη χώρα που τον έχασε στα ξένα. Το Παπάφειο μεγάλωσε γενιές παιδιών, προσφέροντας τροφή, εκπαίδευση και ελπίδα, όταν το κράτος δεν μπορούσε.
Ο Παπάφης δεν ήταν μοναχική περίπτωση. Πλάι του υπήρχαν και άλλοι Έλληνες στη Μάλτα, πρόσφυγες από τις οθωμανικές περιοχές, που έχτισαν ναούς, όπως του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Γεωργίου στη Βαλέτα. Όμως εκείνος ήταν ο μόνος που έφτασε να αφήσει το αποτύπωμά του και στα δύο κράτη — στη Μάλτα που τον φιλοξένησε, και στην Ελλάδα που κουβαλούσε στην ψυχή του.
Πέθανε το 1886 στο νησί που είχε γίνει η δεύτερη πατρίδα του. Δεν έμεινε τίποτα απ’ αυτόν στους δρόμους της Μάλτας, παρά μόνο αρχεία, ευγνωμοσύνη και η σιωπή του ευεργέτη που δεν ζήτησε ποτέ χειροκρότημα. Μόνο να συνεχίσει ο κόσμος να έχει λίγη περισσότερη ελπίδα απ’ όση είχε πριν περάσει ο ίδιος.