Έφυγε από την Ελλάδα για 20 μέρες και γύρισε 40 χρόνια μετά. Έγινε θρύλος, έπαιξε με τους κορυφαίους μουσικούς της Σοβιετικής Ένωσης, κέρδισε βραβεία στη Γαλλία, και σκόρπισε την τέφρα της Κάλλας στο Αιγαίο.
Μια Ελληνίδα έφυγε για 20 μέρες και έγινε θρύλος. Έπαιξε με Όιστραχ, Ροστροπόβιτς και Μραβίνσκι, έζησε στο Παρίσι, και όταν πέθανε η Μαρία Κάλλας, πήρε την τέφρα της και την άφησε στο Αιγαίο.
Το 1949, η Βάσω Δεβετζή έφυγε από τη Θεσσαλονίκη για να πάει στη Γαλλία. Το εισιτήριο έγραφε «επιστροφή σε είκοσι μέρες». Όμως η μουσική της πορεία αποφάσισε αλλιώς. Τελικά γύρισε τέσσερις δεκαετίες μετά, κουβαλώντας στο πιάνο της μια ζωή γεμάτη θρύλους, ταξίδια και ιστορικές στιγμές που δεν έγραψε ποτέ το ελληνικό κοινό.
Είχε γεννηθεί με το πιάνο μέσα της. Έλεγε ότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Οι γονείς της, ευκατάστατοι και μορφωμένοι, τη στήριξαν σε κάθε βήμα. Στο Ωδείο Θεσσαλονίκης γνώρισε μια άλλη κοπέλα με φωνή που «έκαιγε» — τη Μαρία Καλογεροπούλου. Έγιναν αχώριστες φίλες. Η μία έγινε η Κάλλας. Η άλλη έγινε η Δεβετζή.
Όταν η Μαργκερίτ Λονγκ, προσωπική μαθήτρια του Ραβέλ, την κάλεσε στο Παρίσι για να διαγωνιστεί, η Δεβετζή ξεκίνησε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Η Λονγκ είδε στο πρόσωπό της όχι απλώς μια ταλαντούχα σολίστ, αλλά μία πρέσβειρα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού. Της πρότεινε να μείνει, να διδάξει και να κρίνει. Και εκείνη έμεινε.
Σύντομα έγινε γνωστή στη γαλλική τηλεόραση, έπειτα από προσωπική εισήγηση του ίδιου του Προέδρου Ρενέ Κοτύ. Ο Γάλλος συνθέτης Ανρί Σωγκέ τη λάτρεψε. Ο κριτικός Ρενέ Ντυμενίλ την προώθησε. Ο Ζακ Φεβριέ και ο Ζαν Ρουάρ την έβαλαν στον κύκλο των μουσικών που έπαιζαν για ευρωπαϊκές αυλές και διπλωματικές αίθουσες.
Κι όμως, το Παρίσι ήταν μόνο η αρχή. Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50, μπήκε στη Σοβιετική Ένωση. Συνεργάστηκε με τον Ρούντολφ Μπαρσάι και την Ορχήστρα Δωματίου της Μόσχας. Ο Νταβίντ Όιστραχ ηχογράφησε μαζί της Μότσαρτ. Ο Ροστροπόβιτς έγινε φίλος της. Ο Γιεβγκένι Μραβίνσκι, που δεν συνεργαζόταν ποτέ με σολίστ, έκανε μαζί της περιοδείες.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες τη σύστησε ο ίδιος ο Σολ Χιούροκ, ο πιο ισχυρός ιμπρεσάριος της εποχής. Όπου κι αν πήγαινε, η Δεβετζή έπαιζε όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να συνδέσει τη μουσική με κάτι βαθύτερο. Έναν παλμό που ένωνε τους ανθρώπους ακόμα και σε εποχές Ψυχρού Πολέμου.
Μιλούσε πέντε γλώσσες. Έπαιζε σε πέντε ηπείρους. Δεν ζητούσε τίποτα, αλλά της ζητούσαν όλοι. Η αναγνώριση δεν ήρθε από το ελληνικό κράτος αλλά από το εξωτερικό. Όταν ο Τσάτσος της έδωσε βραβείο, εκείνη το προσέφερε για τους πρόσφυγες της Κύπρου, μετά την τουρκική εισβολή.
Η σχέση της με τη Μαρία Κάλλας δεν ήταν κοσμική. Ήταν βαθιά ανθρώπινη. Τη στάθηκε όταν όλοι την είχαν ξεχάσει. Και όταν η Κάλλας έφυγε, η Βάσω ανέλαβε να φέρει την τέφρα της στην Ελλάδα. Την πήγε στο Αιγαίο και, παρουσία του Υπουργού Πολιτισμού, την άφησε στα νερά που κάποτε τραγούδησε η ντίβα.
Από τότε δεν ήταν πια η ίδια. Έπαιξε λιγότερο. Μίλησε πιο λίγο. Και το 1980 ίδρυσε μαζί με τον Χρήστο Λαμπράκη και άλλες μεγάλες μορφές το «Ίδρυμα Μαρία Κάλλας» στην Ελβετία. Για να μείνει κάτι πίσω. Κάτι που να θυμίζει τι ήταν εκείνη η φλόγα.
Πέθανε το 1987. Όχι σαν ντίβα. Ούτε σαν απογοητευμένη εξόριστη. Πέθανε σαν άνθρωπος που έκανε αυτό που ήξερε να κάνει: να ζει μέσα από το πιάνο. Και να κουβαλά στα δάχτυλά της τις πιο σπάνιες φιλίες του 20ού αιώνα.