Έφυγε φτωχός από τις Σπέτσες και γύρισε πίσω εκατομμυριούχος για να χτίσει ολόκληρο το νησί από την αρχή
Ο άνθρωπος που έφυγε παιδί από τις Σπέτσες και γύρισε πίσω εκατομμυριούχος, για να χτίσει δάση, σχολεία και το πιο πολυτελές ξενοδοχείο της Ελλάδας.
Γεννήθηκε το 1849 στις Σπέτσες, σε μια εποχή φτώχειας, σιωπής και μετανάστευσης. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Ο ίδιος, παιδί ακόμα, κατάλαβε πως το νησί που τόσο αγαπούσε δεν του έδινε αυτό που χρειαζόταν για να ζήσει. Κι έτσι έφυγε. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη, στη Ρουμανία, στην Αίγυπτο, στο Λονδίνο. Και τελικά στη Νέα Υόρκη.
Εκεί, στη Νέα Υόρκη, άνοιξε ένα κατάστημα με καπνά. Αλλά δεν έμεινε εκεί. Δημιούργησε τη δική του μάρκα: «Murad». Έγινε διάσημη. Οι διαφημίσεις της ήταν από τις πρώτες στην ιστορία με έντονα ανατολίτικη αισθητική. Ο Σωτήριος Ανάργυρος έγινε εκατομμυριούχος. Αλλά δεν ξέχασε τις Σπέτσες. Όχι. Το αντίθετο.
Το 1895, γύρισε πίσω. Το νησί ήταν το ίδιο φτωχό όπως τότε που το άφησε. Αντί να χτίσει βίλα και να αποσυρθεί, έκανε κάτι άλλο. Αγόρασε τεράστιες εκτάσεις. Έκανε αναδασώσεις. Φύτεψε το δάσος των Σπετσών – με δικά του έξοδα. Έφτιαξε μονοπάτια, φρόντισε πηγές, επένδυσε σε κοινωφελή έργα. Οι Σπέτσες άρχισαν να αλλάζουν.
Το αποκορύφωμα ήρθε το 1914. Ίδρυσε το ξενοδοχείο Ποσειδώνιον. Ήταν τόσο πολυτελές, που θύμιζε τη Ριβιέρα. Έφερε μια νέα εποχή για τις Σπέτσες. Πολιτικοί, βασιλιάδες, Ευρωπαίοι αστοί άρχισαν να επισκέπτονται το νησί. Ο τουρισμός γεννήθηκε πριν καν ονομαστεί έτσι. Όλα αυτά από έναν άνθρωπο που έφυγε παιδί και γύρισε ευεργέτης.
Ο Ανάργυρος δεν σταμάτησε εκεί. Ίδρυσε το Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολείο, ένα πρότυπο εκπαιδευτικό ίδρυμα, και βοήθησε δεκάδες νέους να σπουδάσουν. Είχε όραμα – και το πλήρωσε. Δεν έδωσε απλώς πίσω στον τόπο του. Τον επανίδρυσε. Τον μετέτρεψε από ψαροχώρι σε προορισμό.
Όταν πέθανε το 1928, οι Σπέτσες είχαν αλλάξει πρόσωπο. Όχι με κρατική βοήθεια. Όχι με ευρωπαϊκά προγράμματα. Αλλά με το μυαλό, την καρδιά και τα χρήματα ενός ανθρώπου που δεν ξέχασε. Ενός παιδιού που έφυγε με άδεια χέρια και γύρισε να σηκώσει το νησί ψηλά – σαν να ήταν δικό του παιδί.