Έγραφαν ποιος έχει σαμπουάν, ποιος πήρε μπανάνα και ποιος έφαγε σοκολάτα. Το φακέλωμα που έφτανε μέχρι την κουζίνα σου.
Αν είχες σαμπουάν δυτικής μάρκας ή μαγείρευες γαλοπούλα, μπορεί να κατέληγες στον φάκελο της αστυνομίας
Στο Ανατολικό Μπλοκ, δεν χρειαζόταν να κάνεις τίποτα για να σε υποπτευθούν. Έφτανε να έχεις ξαφνικά δύο σαμπουάν στο μπάνιο ή μια κονσέρβα ανανά στο ντουλάπι. Οι μυστικές υπηρεσίες των κομμουνιστικών κρατών κατέγραφαν με λεπτομέρεια κάθε στοιχείο της καθημερινότητας, ακόμα και το αν κάποιος είχε μαγειρέψει γαλοπούλα τα Χριστούγεννα.
Η Στάζι στην Ανατολική Γερμανία διατηρούσε φακέλους για χιλιάδες ανθρώπους με πληροφορίες που έδιναν όχι μόνο γείτονες και φίλοι, αλλά και συγγενείς και… παιδιά. Ποιος άκουσε ροκ στο ραδιόφωνο, ποια φορούσε γόβες ιταλικές, ποιος έκανε ουρά στο μαγαζί με τις σοκολάτες. Όλα θεωρούνταν δείκτες «δυτικής επιρροής», και αυτή η επιρροή ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα.
Σε πολλές πολυκατοικίες υπήρχε ένας ένοικος διορισμένος από την ασφάλεια. Δεν χρειαζόταν να φοράει στολή ή να κρατάει όπλο. Απλώς σημείωνε: «Ο κύριος Σμιντ είχε επισκέψεις μετά τις 10 μ.μ.», «η κυρία Φον Χάουζεν φοράει αρώματα εισαγωγής», «ο γιος της κυρίας Κραφτ πήρε δανεικά ρούχα από τον ξάδερφό του που ζει στο Μόναχο». Καθετί που έδειχνε επαφή με τον Δυτικό κόσμο θεωρούνταν απόπειρα «ιδεολογικής μόλυνσης».
Οι αναφορές έφταναν στα αρχεία μαζί με αποκόμματα λογαριασμών, φωτογραφίες από κρυφές κάμερες και μερικές φορές, ακόμα και δείγματα από σκουπίδια. Στην Τσεχοσλοβακία, πράκτορες της STB έπαιρναν από κάδους πακέτα τσιγάρων Marlboro για να αποδείξουν «αμερικανόφερτες συνήθειες». Η κατανάλωση «δυτικών αγαθών» μπορούσε να σημαίνει υποβιβασμό από τη δουλειά, απαγόρευση ταξιδιού ή ακόμα και σύλληψη.
Στην Πολωνία, εάν δήλωνες αλλεργικός στο κρατικό σαμπουάν και έπαιρνες κάποιο καλύτερο από τη μαύρη αγορά, μπορούσες να χαρακτηριστείς «αστός παραβάτης». Οι αρχές γνώριζαν ακόμα και τι μάρκα οδοντόκρεμας προτιμούσες. Στη Βουλγαρία, όποιος άνοιγε το ραδιόφωνο σε ώρα μετάδοσης της Φωνής της Αμερικής, κινδύνευε να του διακόψουν τη σύνταξη.
Οι πολίτες μάθαιναν να αυτολογοκρίνονται ακόμη και μέσα στα σπίτια τους. Υπήρχαν σπίτια όπου τα παιδιά μιλούσαν με ψευδώνυμα για το φαγητό, για τις εκπομπές, ακόμα και για τον ίδιο τον μπαμπά, φοβούμενοι μήπως πιάσει η κουβέντα μικρά αυτιά και καταλήξει σε έκθεση. Το πιο ασήμαντο προϊόν –μια σοκολάτα Toblerone ή ένα φακελάκι Lipton– μπορούσε να σε κάνει στόχο του καθεστώτος.
Το καθεστώς είχε κάνει τον καταναλωτισμό κάτι επικίνδυνο. Ένα σαμπουάν μπορούσε να σου αλλάξει τη ζωή. Μια μπανάνα ήταν σημάδι «αντικομμουνιστικής προπαγάνδας». Και μια σοκολάτα, αν δεν ήταν από την Πολωνία ή τη Σοβιετική Ένωση, σε έβαζε στο στόχαστρο της ιστορίας.