Έγραφε ποιήματα και οργάνωνε πραξικόπημα. Τον εξόρισαν και δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει για την εκδίκηση
Δεν ήταν μόνο ποιητής· ήταν πολιτικός συνωμότης. Τον έδιωξαν, τον χλεύασαν, αλλά τα λόγια του έγιναν τραγούδι που έφτασε μέχρι την Αθήνα.
Στη Μυτιλήνη του 6ου αιώνα π.Χ., η ποίηση δεν ήταν μόνο λόγος· ήταν όπλο. Ο Αλκαίος, γιος αριστοκρατικής οικογένειας, έγραψε στίχους με φλόγα και μίσος, όχι για έρωτες και θεούς, αλλά για εξουσία, εξορία και προδοσία. Ήταν ποιητής, αλλά πιο πολύ ήταν πολιτικός. Και επαναστάτης.
Στο πλευρό των αδελφών του, συνωμότησε για να ρίξει τον τύραννο Μέλαγχρο και μετά τον διάδοχό του, Μύρσιλο. Όταν οι προσπάθειες απέτυχαν, στράφηκαν κατά του Πιττακού. Μα εκείνος, παλιός τους σύμμαχος, τους νίκησε και πήρε όλη την εξουσία για δέκα χρόνια. Ο λαός τον λάτρεψε. Ο Αλκαίος τον αποκάλεσε “κακοπάτριδα”.
Τον εξόρισαν. Πήγε στη Θράκη, στην Κύζικο, στην Αίγυπτο. Αλλά η ποίηση του δεν σταμάτησε να γράφει αίμα. Τα τραγούδια του ήταν σα μαχαιριές. Έγραφε για την τιμή των ηττημένων. Για την αδικία της εξορίας. Για την προδοσία από ανθρώπους που κάποτε πολέμησαν στο πλευρό του.
Ήταν φίλος — ή αντίπαλος — της Σαπφώς. Την θαύμαζε, ίσως τη ζήλευε. Αλλά εκείνη έγραφε για άνθη και έρωτες. Εκείνος για κράνη, για κρασί και για μάχες. Κι όμως, στην Αθήνα του 5ου αιώνα, οι πολίτες στα συμπόσια τραγουδούσαν τα λόγια του. Εκείνου που εξορίστηκε από την πατρίδα του.
Ο Αλκαίος δεν άφησε πίσω του έπος· άφησε στροφή. Το αλκαϊκό μέτρο. Ένας δικός του ρυθμός, φτιαγμένος για να χωράει και ηρωισμό και πίκρα. Το πήραν αργότερα οι Ρωμαίοι, το τραγούδησε ο Οράτιος, αλλά πάντα πίσω από κάθε λέξη υπήρχε η φωνή ενός ανθρώπου που ήθελε πίσω την πατρίδα του. Ή την εκδίκηση τουλάχιστον.