Έγραψαν για αυτόν ο Ιούλιος Βερν, ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Oliver Bell Bunce αλλά και ο Σολωμός και ο Βαλαωρίτης
Ο Μάρκος Μπότσαρης δεν έμεινε μόνο στην ελληνική ιστορία αλλά πέρασε σε βιβλία ποιήματα και θεατρικά έργα στην Ευρώπη και την Αμερική.
Ο Μάρκος Μπότσαρης πέφτει νεκρός στο Κεφαλόβρυσο κοντά στο Καρπενήσι τη νύχτα 8 προς 9 Αυγούστου 1823. Η είδηση δεν μένει στην Ελλάδα. Περνάει τα σύνορα γρήγορα, γιατί εκείνη την εποχή η Ευρώπη παρακολουθεί τον πόλεμο με ένταση και με φιλελληνικό πάθος. Και κάπως έτσι ένας αρχηγός από το Σούλι αρχίζει να ζει μια δεύτερη ζωή μέσα σε βιβλία και ποιήματα.
Το παράδοξο είναι ότι οι ξένοι δεν γράφουν για μια μακρά πολιτική πορεία. Γράφουν για μια πράξη και για έναν θάνατο που μοιάζει με σκηνή πολέμου σε σκοτάδι. Νυχτερινή έφοδος, σύγχυση, κραυγές, φωτιές, και στο τέλος ένας νεκρός που γίνεται σύμβολο πριν καν κρυώσει η ιστορία.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ τον βάζει μέσα στις Ανατολές του
Ο Βίκτωρ Ουγκώ τον αναφέρει στη συλλογή Les Orientales που εκδόθηκε το 1829. Εκεί υπάρχει ποίημα με τίτλο Les têtes du sérail και σε στροφή του μιλάει καθαρά για τον Botzaris μαζί με άλλους ήρωες του Αγώνα που είχαν γίνει γνωστοί στη Γαλλία. Δεν τον πιάνει σαν ιστορικό βιογραφίας. Τον πιάνει σαν όνομα που ήδη έχει γίνει σημάδι μιας εποχής και μιας σκληρής μάχης.
Στο ίδιο κλίμα, σε κείμενα που κυκλοφορούν σε γαλλικές εκδόσεις του 19ου αιώνα, ο Μπότσαρης εμφανίζεται και με την εικόνα του νεκρού ήρωα που συνδέεται με το Μεσολόγγι και με την ιδέα του νέου Λεωνίδα. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Ουγκώ δεν χρειάζεται πολλές λεπτομέρειες. Αρκεί το όνομα. Για το γαλλικό κοινό τότε, το όνομα κουβαλάει ήδη όλη την ιστορία.
Ο Ιούλιος Βερν τον βάζει σε μια γκαλερί ηρώων μέσα στο Ναυτίλο
Ο Ιούλιος Βερν δεν γράφει μυθιστόρημα για την Ελληνική Επανάσταση. Ο Μπότσαρης μπαίνει αλλιώς στο έργο του. Στο Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα υπάρχει σκηνή όπου ο καθηγητής Αρονάξ βλέπει στο εσωτερικό του Ναυτίλου πορτρέτα ιστορικών μορφών που θαυμάζει ο πλοίαρχος Νέμο.
Ανάμεσα στα πορτρέτα, ο Βερν αναφέρει τον Markos Botzaris και τον χαρακτηρίζει για τη σύγχρονη Ελλάδα σαν τη μετενσάρκωση του Λεωνίδα της Σπάρτης. Ο Μπότσαρης δεν εμφανίζεται ως χαρακτήρας δράσης. Εμφανίζεται ως σύμβολο δίπλα σε άλλους που ο Νέμο θεωρεί ανθρώπους που έζησαν και πέθαναν για ένα μεγάλο ιδανικό.
Αυτό έχει σημασία, γιατί δείχνει κάτι πρακτικό. Μέχρι το 1870 που κυκλοφορεί το βιβλίο, το όνομα του Μπότσαρη έχει ήδη περάσει στη διεθνή μνήμη. Δεν είναι ελληνικό σημείωμα στο περιθώριο. Είναι μέρος μιας διεθνούς λίστας ηρώων που ένας Γάλλος συγγραφέας θεωρεί αυτονόητη για τον αναγνώστη του.
Ο Oliver Bell Bunce τον κάνει θεατρικό ήρωα με τίτλο που τα λέει όλα
Ο Αμερικανός συγγραφέας και θεατρικός άνθρωπος Oliver Bell Bunce γράφει θεατρικό έργο με τίτλο Marco Bozzaris, The Grecian Hero. Είναι τραγωδία σε τρεις πράξεις και κυκλοφορεί τον 19ο αιώνα, ως κείμενο που πατάει πάνω στο ιστορικό πρόσωπο και στη φήμη του. Μόνο ο τίτλος δείχνει πώς τον έβλεπαν εκτός Ελλάδας. Όχι ως τοπικό αρχηγό, αλλά ως Έλληνα ήρωα, με την Ελλάδα να μπαίνει μπροστά σαν ταυτότητα.
Το θέατρο εκείνης της εποχής ψάχνει μορφές που έχουν καθαρό δράμα. Ο Μπότσαρης έχει ένα τέλος που δίνει αμέσως σκηνές, λόγους, ένταση, και μια ιστορία που μπορεί να σταθεί σε σκηνή χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις όλα τα παρασκήνια της Επανάστασης.
Ο Σολωμός και ο Βαλαωρίτης τον πιάνουν από άλλο σημείο
Ο Διονύσιος Σολωμός γράφει την ωδή Εις Μάρκον Μπότσαρην το 1823 με 1824. Είναι ανολοκλήρωτη, αλλά δείχνει κάτι που δεν το πιάνει ο ξένος αναγνώστης τόσο εύκολα. Για τον Σολωμό, ο Μπότσαρης δεν είναι απλώς είδηση που συγκινεί την Ευρώπη. Είναι κομμάτι ενός πολέμου που καίει δίπλα, με ονόματα, τόπους και πραγματικό αίμα.
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφει το ποίημα Η τελευταία νυξ της ζωής του Μάρκου του Μπότσαρη. Εκεί δεν τον ενδιαφέρει να πει απλώς ποιος ήταν. Τον ενδιαφέρει να κλειδώσει τη σκηνή, τη νύχτα, την αίσθηση πριν από την επίθεση. Παίρνει τη στιγμή που όλοι ήξεραν ότι μπορεί να μη γυρίσει πίσω και την κάνει αφήγηση.
Κι έτσι καταλήγεις να έχεις το ίδιο πρόσωπο σε πέντε διαφορετικούς κόσμους. Στον γαλλικό ρομαντισμό του Ουγκώ, στη θαλάσσια γκαλερί του Βερν, στο αμερικανικό θέατρο του Bunce, και στους Έλληνες ποιητές που γράφουν από μέσα, σχεδόν με τη μυρωδιά του πολέμου στον αέρα.