Έγραψε δύο χιλιάδες επτακόσιες μία σελίδες για την Επανάσταση. Αλλά έκοβε τα ρήματα γιατί δεν ήξερε να γράφει
Δεν ήταν συγγραφέας. Ούτε ήξερε να γράφει σωστά. Αλλά ο Νικόλαος Κασομούλης κατέγραψε 2.701 σελίδες που σήμερα είναι ό,τι πιο αληθινό έχουμε για την Επανάσταση.
Ήταν παιδί εμπόρων από τη Σιάτιστα. Δεν είχε σπουδάσει. Δεν ήξερε να γράφει σωστά, μπέρδευε τη γλώσσα, έκοβε τα ρήματα, μπερδευόταν στα κόμματα. Αλλά κάποια στιγμή έπιασε χαρτί και άρχισε να καταγράφει τα πάντα. Τη ζωή του, τον πόλεμο, τα βουνά, το αίμα, την πείνα, την αδικία, τους θανάτους των αδερφών του. Και δεν σταμάτησε μέχρι που γέμισε 2.701 χειρόγραφες σελίδες.
Αυτός ήταν ο Νικόλαος Κασομούλης. Αγωνιστής, στρατιωτικός, αλλά κυρίως ένας παθιασμένος μάρτυρας της Ιστορίας. Στο Μεσολόγγι συνέταξε ο ίδιος την απόφαση της Εξόδου, ύστερα από εντολή του επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ. Ο ίδιος οργάνωσε τα τμήματα που θα έβγαιναν μέσα στη νύχτα από τον χαλασμό. Κι εκεί, μέσα στην κόλαση, είδε τον αδερφό του να σκοτώνεται. Κι όταν όλα τέλειωσαν, δεν ξέχασε.
Δεν έγραψε για να εκδοθεί. Ούτε για να δικαιωθεί. Έγραψε γιατί δεν άντεχε να μείνουν όλα χαμένα. Γιατί ήταν ένας από αυτούς που κουβαλούσαν τη φωτιά και δεν μπορούσαν να την αφήσουν να σβήσει. Όταν πια ήταν μεγάλος και είχε μείνει στη Στυλίδα, καθόταν και έγραφε κάθε τόσο ένα ακόμα κομμάτι. Πήρε τις αναμνήσεις του και τις έκανε αφήγηση. Πήρε τη βία του αρματολισμού και την έκανε ιστορία.
Η γλώσσα του ήταν άγρια, μπερδεμένη, γεμάτη σολοικισμούς και παραλείψεις. Δεν τον ένοιαζε. Ήθελε να αποτυπώσει τον κόσμο που ζούσε. Αυτόν που οι λόγιοι της Αθήνας δεν καταλάβαιναν. Ένας στρατιώτης που προσπαθούσε να γίνει συγγραφέας, όχι γιατί το διάλεξε, αλλά γιατί κανείς άλλος δεν έβλεπε όσα είδε αυτός. Και κανείς άλλος δεν τα θυμόταν όπως τα θυμόταν αυτός.
Ο Δημαράς είπε πως η γλώσσα του είναι σπασμένη. Αλλά είναι και ζωντανή. Είναι η φωνή του βουνού, του όρκου, της αφοσίωσης, της αδελφικής απώλειας. Κάθε του φράση είναι αποκομμένη σαν πρόταση στρατιωτικού επιτελείου. Κάθε του πρόταση κουβαλάει την ανάσα του πυροβολισμού.
Αν δεν υπήρχαν τα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά», δεν θα ξέραμε πώς ένιωθαν οι πολιορκημένοι. Δεν θα μαθαίναμε ποτέ ποιος ήταν ο Διαμαντής Νικολάου, ούτε πώς σκοτώθηκε ο αδερφός του Κασομούλη στη Νάουσα. Δεν θα βλέπαμε την επανάσταση από το ύψος του πεζού, αλλά μόνο από το βάθρο των αρχηγών. Ο Κασομούλης δεν ήξερε να γράφει. Αλλά ήξερε να θυμάται. Και μας τα έδωσε όλα.