Έγραψε τον πιο δυνατό στίχο της ελληνικής μουσικής. Μαμά, γερνάω
Έγραψε τον πιο δυνατό στίχο της ελληνικής μουσικής. «Μαμά, γερνάω». Και από τότε, τίποτα δεν ήταν πια ίδιο.
Δεν χρειάζεται να ανέβει στη σκηνή. Δεν χρειάζεται να βγει στο προσκήνιο. Της αρκεί μια κόλλα χαρτί, ένα στιλό και η δυνατότητα να διαλύει τον χρόνο με λέξεις. Να πιάνει από το γιακά τον άνθρωπο και να του θυμίζει ότι είναι ευάλωτος. Την λένε Λίνα. Είναι η Λίνα Νικολακοπούλου Και κάποτε έγραψε το «Μαμά, γερνάω». Κι από τότε, δεν γυρίσαμε ποτέ πίσω.
Είναι η φωνή χωρίς μικρόφωνο, το χέρι που κρατάει τον σφυγμό μιας Ελλάδας που μαθαίνει να πονάει μέσα από τραγούδια. Φτιάχνει φράσεις που δεν τις λες εύκολα στην κανονική ζωή. Τις κρύβεις. Τις πνίγεις. Αλλά αν τύχει και τις ακούσεις μελοποιημένες, με μια ερμηνεία σαν πληγή, δεν μπορείς να τις ξεχάσεις ποτέ. «Στου κόσμου την ανηφόρα, εγώ ανεβαίνω μόνη». Είναι λέξεις σαν μαχαίρια και χάδι μαζί.
Γεννήθηκε στα Μέθανα. Η μαμά της ήταν δασκάλα. Ο πατέρας της στρατιωτικός. Κι εκείνη, ανάμεσα στην πειθαρχία και την ευαισθησία, διάλεξε κάτι άλλο: τη σιωπή που μιλάει. Το λόγο που ματώνει. Πέρασε από Πάντειο, από κινηματογράφο, από κλασική κιθάρα. Μα κυρίως περνά μέσα από τις ζωές μας. Από τις πιο σιωπηλές και μοναχικές νύχτες μας. Από τις πιο φωτεινές και χορευτικές μέρες μας.
Η πρώτη της λέξη στη δισκογραφία ήταν «Να σου λερώνω το φιλί». Και από εκεί άρχισε ένα νήμα που δεν έσπασε ποτέ. Είναι πάντα πίσω από μια φωνή. Πίσω από μια μεγάλη γυναικεία ερμηνεία. Πίσω από έναν άντρα που τραγουδάει σπασμένος. Βγάζει την αλήθεια τους χωρίς να φαίνεται. Και το κοινό την ακούει χωρίς να τη βλέπει. Μέχρι που μια μέρα τη μαθαίνει. Και την αγαπά.
Το «Μαμά, γερνάω» δεν είναι απλώς ένας στίχος. Είναι μια ωμή εξομολόγηση. Ένα τίναγμα. Ένα ουρλιαχτό που δεν ακούστηκε με κραυγή, αλλά με αναστεναγμό. Πόσοι άνθρωποι έχουν κλάψει με αυτό το τραγούδι μπροστά σε έναν καθρέφτη, ένα παράθυρο, ένα τιμόνι; Πόσοι δεν κατάφεραν να το πουν ποτέ στη δική τους μητέρα και το άφησαν να το πει η Τσανακλίδου για λογαριασμό τους;
Βάζει λέξεις στη μοναξιά, στην απώλεια, στην υπερηφάνεια, στο θάρρος. Βάζει όνομα στο άρρητο. Κι ας μην το φωνάζει. Στο «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ» δίνει φωνή σε όσους δεν μπορούν να πουν ότι πονούν. Στο «Ανθρώπων Έργα» κρατάει μελοποιημένες στιγμές μιας ολόκληρης κοινωνίας. Στο «Σαν ηφαίστειο που ξυπνά» ανοίγει την αυλαία μιας νέας αισθητικής στην ελληνική διασκέδαση.
Δεν είναι απλώς στιχουργός. Είναι συναισθηματική αρχιτέκτονας. Στα τραγούδια της δεν βάζει λέξεις για να γεμίσει στροφές. Βάζει βίωμα. Μνήμες. Δάκρυα. Ήχους παιδικών δωματίων. Φωνές μαμάδων. Πόρτες που έκλεισαν και δεν άνοιξαν ποτέ ξανά. Είναι η γυναίκα που μας λέει πράγματα που δεν θα τολμούσαμε να πούμε ούτε στον εαυτό μας.
Δεν γράφει μόνο για να ακουστεί. Γράφει για να σωθεί. Κι εμείς σωζόμαστε κάθε φορά που πατάμε το play. Όσοι ερωτεύτηκαν, όσοι προδόθηκαν, όσοι αποχαιρέτησαν γονείς, φίλους, εαυτούς. Όσοι δεν ξέρουν γιατί κλαίνε με ένα τραγούδι. Είναι πάντα εκεί η Λίνα. Πίσω από όλα. Και μπροστά από όλους.
Και κάπως έτσι, χωρίς να την ακούμε να τραγουδά, είναι σαν να την ακούμε σε κάθε φράση. Σαν να μας ψιθυρίζει:
«Μαμά, γερνάω».
Και να ραγίζουμε λίγο ακόμα.