Έλληνες μετέτρεψαν την Ευρώπη σε social network. Έστελναν βιβλία με αφιερώσεις, κώδικες και δαχτυλίδια
Έστελναν βιβλία με κρυφούς κώδικες, μοίραζαν δαχτυλίδια με έμβλημα Φ.Ε.Δ.Α. και ταξίδευαν από το Γκέτινγκεν στη Λειψία για να διδάξουν ελληνικά.
Το Παρίσι του 1809 δεν φιλοξενούσε απλώς καλλιτέχνες και επαναστάτες. Στα ξενοδοχεία της πόλης, μια μικρή ομάδα Ελλήνων λόγιων και εμπόρων ίδρυε μυστικές λέσχες που θύμιζαν κάτι ανάμεσα σε start-up, τεκτονική στοά και πολιτιστικό think tank. Η οργάνωση ονομαζόταν «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» και μοίραζε στους μυημένους δαχτυλίδια με το ακρωνύμιο Φ.Ε.Δ.Α.: Φιλικός Ελληνικός Δεσμός Άλυτος.
Οι πρώτοι «followers» ήταν έμποροι και δάσκαλοι, που ταξίδευαν από το Βουκουρέστι στη Βιέννη και από την Τεργέστη στη Θεσσαλονίκη. Αντάλλασσαν πληροφορίες, επαφές, χρήμα, δίκτυα, ακόμη και συνθηματικά. Τα εμπορικά βιβλία της εποχής ήταν γεμάτα με αφιερώσεις, προσωπικά σχόλια και παραπομπές σε κώδικες. Οι λέσχες αυτές χρησιμοποίησαν παλιά τελετουργικά, αλλά με νέα τεχνογνωσία: την εκτύπωση.
Στη Βιέννη και στην Τεργέστη εκδίδονταν «εμπορικά εγχειρίδια», σαν τα manual του 18ου αιώνα. Εξήγαν ισοτιμίες νομισμάτων, επεξηγούσαν τελωνειακές διαδικασίες, καθοδηγούσαν τον νέο “χρήστη” στις εμπορικές αγορές της Ευρώπης. Ήταν ένας συνδυασμός Google Maps, Wikipedia και LinkedIn, σε εποχή που δεν υπήρχαν ούτε χάρτες υψηλής ακρίβειας ούτε κοινή γλώσσα. Η γλώσσα που ένωνε τα πάντα ήταν η ελληνική.
Όλα αυτά δεν ήταν απλώς εργαλεία επιβίωσης. Ήταν τρόποι να κρατούνται οι ελληνικές κοινότητες ενωμένες. Σε εποχές χωρίς κράτος, το δίκτυο αυτό λειτουργούσε σαν παρακράτος. Πίσω από κάθε αφιέρωση σε βιβλίο κρυβόταν συμμαχία, οικογενειακή σχέση ή υπόγεια συμφωνία. Η αφιέρωση ήταν η ταυτότητα. Και ο παραλήπτης της, το μέλος ενός «κλειστού κύκλου» που γνώριζε πού να βρει τους επόμενους συνεργάτες του.
Από τη Θεσσαλονίκη, την Ήπειρο και τα νησιά του Ιονίου, οι Έλληνες λόγιοι ταξίδευαν στη Βιέννη και γύριζαν πίσω ως δάσκαλοι, ιερείς ή εκδότες. Ο καθένας τους άφηνε ένα βιβλίο σε μια βιβλιοθήκη, ένα γράμμα σε έναν ναό, ή ένα σχόλιο στις παρυφές ενός χειρογράφου. Η Ευρώπη γέμιζε με αυτά τα ίχνη. Ένα αόρατο κοινωνικό δίκτυο, με γραμμές από μελάνι, χαρτί και δαχτυλίδια, χτιζόταν από κάτω.
Οι δεσμοί ήταν πολυεπίπεδοι. Άλλοι προέρχονταν από οικογένειες εμπόρων, άλλοι ήταν «μεταναστευτικά δίκτυα» λόγιων που ακολουθούσαν ο ένας τον άλλο από τη Θεσσαλία μέχρι το Γκέτινγκεν και τη Λειψία. Ενίοτε, αυτοί που αλληλογραφούσαν στα ελληνικά, δεν είχαν γνωριστεί ποτέ. Το “like” της εποχής ήταν η αναφορά κάποιου ονόματος σε βιβλίο άλλου. Ένα δίκτυο δικτύων χωρίς servers, αλλά με κρυφά τυπογραφεία.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Από τα ελληνικά βιβλία που εκδόθηκαν στην Τεργέστη και στη Βιέννη από το 1740 ως το 1820, το 55% ήταν αφιερωμένα από πρίγκιπες και κρατικούς αξιωματούχους, το 27% από εμπόρους, και το 18% από διανοούμενους. Η αφιέρωση δεν ήταν απλώς τιμή. Ήταν δημόσια δήλωση υποστήριξης, ένταξης, προστασίας. Σαν επιστολή συστάσεως, που μιλούσε σε όσους ήξεραν να διαβάζουν τα συμφραζόμενα.
Κάποιοι από αυτούς δεν γύρισαν ποτέ πίσω. Έμειναν στη Βιέννη, στη Λειψία ή στην Πέστη, ίδρυσαν ελληνικά σχολεία και κοινότητες, συνδέθηκαν με τοπικούς εκδοτικούς οίκους, έγραψαν σε περιοδικά, τύπωσαν προκηρύξεις. Έτσι χτίστηκε το δίκτυο που στήριξε το 1821. Όχι από επαναστάτες με γιαταγάνια, αλλά από λόγιους που έστειλαν ένα βιβλίο, μια αφιέρωση, ένα μήνυμα στο σωστό πρόσωπο τη σωστή στιγμή.