Ένας φτωχός Έλληνας μετανάστης στη Ρουμανία, γύρισε με όλη του την περιουσία στην πατρίδα για να χτίσει σχολεία, να αναστηλώσει μοναστήρια και να μορφώσει φτωχά παιδιά
Ένας φτωχός Έλληνας μετανάστης γύρισε από τη Ρουμανία με μια περιουσία. Την έκανε σχολεία, μοναστήρια και δωρεές. Και μετά, τον έσβησαν απ’ την ιστορία.
Γεννημένος σ’ ένα μικρό χωριό του Ταΰγετου, ο Πέτρος Δημάκης μεγάλωσε δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας και γρήγορα έμαθε τι σημαίνει φτώχεια. Έφυγε νέος, με προορισμό τη Ρουμανία, όπως τόσοι Έλληνες του 19ου αιώνα. Εκεί δεν έκανε τίποτα εύκολο. Έκανε εμπόριο, εργάστηκε σκληρά, κέρδισε τον σεβασμό των Φαναριωτών, και έγινε Πιτάρης. Ένα αξίωμα που δεν είχε να κάνει με χρήματα, αλλά με τιμή.
Ύστερα από δεκαετίες δουλειάς και πλούτου, γύρισε στην Ελλάδα. Δεν είχε σκοπό να ζήσει σαν άρχοντας. Είχε σκοπό να δώσει πίσω. Πούλησε τα πάντα. Ήρθε στην Αθήνα με φλωριά και όραμα. Αγόρασε σπίτι στην Ερμού, αλλά το βλέμμα του ήταν στραμμένο στην Αρτεμισία, στα χωριά της Αλαγονίας, και στα εγκαταλειμμένα μοναστήρια που μάζευαν σκόνη και σιωπή.
Στη θέση μιας παλιάς σχολής του Μεσαίωνα, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Μελέ, ο Πέτρος Δημάκης έκτισε με δικά του έξοδα ένα διώροφο σχολείο για 500 μαθητές. Χώρισε τις τάξεις, έφτιαξε κατοικίες για δασκάλους και μαθητές, πλήρωνε μισθούς, αγόραζε βιβλία, φρόντιζε να υπάρχουν ιερείς για τη Θεία Λειτουργία. Ήθελε να μορφωθούν τα φτωχά παιδιά του Ταΰγετου. Όχι να φύγουν όπως εκείνος. Να έχουν λόγο να μείνουν.
Με διάταγμα του Όθωνα, του παραχωρήθηκαν τρία διαλυμένα μοναστήρια. Όχι για να τα εκμεταλλευτεί. Αλλά για να τα ζωντανέψει. Να τα ξανακάνει σπίτια πίστης και παιδείας. Με δικά του χρήματα τα ανακαίνισε, τα καλλιέργησε, τα επανέφερε στη ζωή. Κι όλα αυτά, με δέσμευση: αν δεν τηρούνταν οι όροι του, όλα θα επέστρεφαν στο Εκκλησιαστικό Ταμείο.
Πριν πεθάνει, τα όρισε όλα με λεπτομέρεια. Ποιος παίρνει τι, ποιος θα φροντίζει τα σχολεία, ποιος θα διορίζει τους ιερείς, πού θα πάνε τα ενοίκια του σπιτιού του στην Αθήνα, ακόμα και πότε να γίνεται το μνημόσυνό του. Έδωσε φλωριά σε φτωχά κορίτσια, στους συγγενείς του, στους μοναχούς. Και όλα αυτά, με ένα μόνο κέντρο: τα Δημάκεια Εκπαιδευτήρια.
Όταν πέθανε το 1864, όλα άρχισαν να καταρρέουν. Το Δημόσιο μπλέχτηκε με τους κληρονόμους, τα λεφτά εξαφανίζονταν, τα σχολεία ρημάζανε, οι μοναχοί έφευγαν. Μέχρι που το 1902, μια νύχτα, μια φωτιά κατέστρεψε τα Δημάκεια. Κάποιοι είπαν εμπρησμός. Άλλοι, σύμπτωση. Η φωτιά έσβησε, αλλά μαζί της έσβησε κι ένα όνειρο.
Το κράτος, αμήχανο και κουρασμένο, μεταφέρει τη λειτουργία του σχολείου σε άλλο χωριό, στη Σίτσοβα. Οι κάτοικοι της Αρτεμισίας διαμαρτύρονται, παλεύουν, και τελικά επιστρέφουν την εκπαιδευτική έδρα στον τόπο της. Μετά τον εμπρησμό, το 1923, ιδρύεται σωματείο με το όνομα «Πέτρος Δημάκης» για να ξαναχτιστούν τα σχολεία. Και ξαναχτίστηκαν. Αλλά τίποτα δεν κράτησε για πάντα.
Το 1943, στην Κατοχή, οι Γερμανοί πυρπολούν ό,τι απέμεινε. Το όραμα του Δημάκη τελειώνει. Και οι κληρονόμοι; Μέχρι τη δεκαετία του ’30, τσακώνονταν με το Δημόσιο για τα κτήματα. Μέχρι που ο παπά-Λαδάς από τη Σιδερόπορτα τους έδωσε τέλος, λέγοντας πως «φτάνει πια».
Σήμερα, εκεί όπου κάποτε στεγάζονταν οι αίθουσες με τους 500 μαθητές, υπάρχει ένα μουσείο, μια πινακοθήκη και ένα Κέντρο Υγείας. Ο Πέτρος Δημάκης δεν ζητούσε μνημείο. Ήθελε παιδιά στα θρανία και ιερείς στους ναούς. Και όσο κράτησε, το πέτυχε.