Ένιωσε την προδοσία, έζησε τον ξεριζωμό, πέθανε με το όπλο στο χέρι – Η συγκλονιστική ιστορία του Μουράτ
Από τα βουνά της Σεβάστειας στα χαρακώματα του Μπακού.
Γεννήθηκε φτωχός, σε ένα αρμένικο χωριό λίγο έξω από τη Σίβασ του Οθωμανικού κράτους. Τον φώναζαν Sebastatsi Murad – δηλαδή Μουράτ από τη Σεβάστεια. Από παιδί ήξερε τι σημαίνει σκληρή δουλειά: ήταν τσοπάνης, δούλευε στα χωράφια, κουβαλούσε σακιά, μεγάλωνε σε μια πατρίδα που τον θεωρούσε πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Όταν έφτασε στην Κωνσταντινούπολη για να πιάσει δουλειά σαν φορτωτής, δεν ήταν παρά ένας νεαρός χωρίς μόρφωση και χωρίς δικαιώματα.
Μα εκεί, στα σοκάκια της Πόλης, μπήκε σε μια άλλη ζωή. Έγινε μέλος της σοσιαλιστικής οργάνωσης των Χιντσάκ. Άρχισε να μιλά για ελευθερία, για ίσα δικαιώματα, για επανάσταση. Όταν σκότωσε έναν πληροφοριοδότη που συνεργαζόταν με την αστυνομία, ήξερε ότι δεν θα τον συγχωρήσουν ποτέ. Διέφυγε στην Ελλάδα κι από εκεί στην Αίγυπτο. Μα δεν έμεινε μακριά. Γύρισε, και μπήκε στις γραμμές των Αρμενίων ανταρτών.
Ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Πολέμησε στην εξέγερση του Σασούν το 1904. Μετά βρέθηκε στον Καύκασο, διοικούσε μια ομάδα έφιππων ανταρτών που προσπαθούσαν να σώσουν αρμενικά χωριά από τις επιδρομές. Δεν ήταν στρατηγός – ήταν πολεμιστής, κι η ομάδα του τον ακολουθούσε σαν αδερφό. Δεν γύριζε ποτέ πίσω, ούτε όταν ήξερε ότι είναι παγίδα.
Όταν ήρθε η ώρα του ξεριζωμού το 1915, ο Μουράτ ήταν πάλι στη Σίβασ. Οι Τούρκοι τον ήθελαν νεκρό. Τον καταζητούσαν. Μα αυτός δεν παραδόθηκε. Αντί να μπει στη σειρά για την εξορία, πήρε τα βουνά. Μαζί του, λίγοι άντρες. Έστησαν ενέδρες, χτύπησαν τουρκικά αποσπάσματα, πέρασαν ποτάμια, χάθηκαν στα βουνά. Τελικά κατάφερε να φτάσει μέχρι τον Εύξεινο Πόντο. Εκεί, με τη βοήθεια κάποιων Ελλήνων ανταρτών, κατέλαβε ένα ιστιοφόρο και πέρασε στη Ρωσία.
Στον ρωσικό Καύκασο δεν κάθισε στιγμή. Μπήκε στο 1ο Αρμενικό Εθελοντικό Τάγμα και πολέμησε στο πλευρό των Ρώσων ενάντια στους Οθωμανούς. Έλαβε μέρος σε μάχες όπως εκείνη του Ερζιντζάν. Έζησε στιγμές που δεν γράφτηκαν ποτέ. Ο ίδιος τις αφηγήθηκε στον Βρετανό λόρδο Τζέιμς Μπράις, όταν του πήραν συνέντευξη για τη μεταχείριση των Αρμενίων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Το τέλος του ήρθε το 1918, στη μάχη του Μπακού. Εκεί που οι Αρμένιοι προσπαθούσαν να κρατήσουν την πόλη από την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων. Δεν υποχώρησε. Όπως έζησε, έτσι και πέθανε: με το όπλο στο χέρι. Χτυπημένος σε έφοδο, δεν εγκατέλειψε τη θέση του. Έπεσε μες στα χαρακώματα, μα γύρω του είχε γίνει θρύλος.
Ο Μουράτ της Σεβάστειας δεν έγραψε βιβλίο. Δεν κυβέρνησε χώρα. Μα έγινε θρύλος σε τρεις πατρίδες: στην Τουρκία, στην Αρμενία και στη Ρωσία. Ήταν σύμβολο ξεριζωμού, αντίστασης και ελπίδας. Κι αν κάποιοι τον έλεγαν αντάρτη, άλλοι τον έλεγαν άγιο.