Έπεσε με το αεροπλάνο του, κράτησε τον νεκρό φίλο του στην πλάτη και κολύμπησε μέχρι τη Θάσο. Την άλλη μέρα πέταξε ξανά.
Ο Παντελής Ψύχας τραυματίστηκε σε αερομαχία, κολύμπησε για ώρες για να σωθεί και έπαιξε και στους Ολυμπιακούς
Δεν ήταν στρατιωτικός. Δεν είχε καμιά υποχρέωση να πολεμήσει. Κι όμως, δήλωσε εθελοντής στην αεροπορική σχολή του Πολεμικού Ναυτικού το 1915, όταν οι περισσότεροι αξιωματικοί αρνούνταν να μπουν σε αυτά τα “ιπτάμενα κουτιά”. Ο Παντελής Ψύχας ήταν κολυμβητής του Εθνικού και ήθελε μόνο να βοηθήσει. Βρέθηκε τελικά στο πιο επικίνδυνο μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στις 5 Ιουνίου 1917 πέταξε από τη Λήμνο με ένα Farman HF.27, παλιό και βαρύ αεροσκάφος, σε αποστολή βομβαρδισμού στις σιτοπαραγωγικές περιοχές της Ξάνθης και της Δράμας. Μαζί του ήταν ο Δημήτρης Αργυρόπουλος, ένας από τους πρώτους πιλότους της Ελλάδας. Πέταξαν στα 3.000 πόδια και έριξαν τέσσερις εμπρηστικές βόμβες. Όμως τους είδε ο Ρούντολφ φον Έσβεγκε, ο Γερμανός «άσος» της Βουλγαρίας. Τους χτύπησε με ένα Albatross D.III, πολύ ανώτερο αεροπλάνο.
Η επίθεση ήταν σφοδρή. Ο Αργυρόπουλος δέχτηκε σφαίρες στην πλάτη και σκοτώθηκε. Ο Ψύχας τραυματίστηκε στην κνήμη και στο αυτί, και το Farman έπεσε στη θάλασσα. Εκείνος όμως, ανάμεσα σε συντρίμμια, σήκωσε τον νεκρό φίλο του στην πλάτη και προσπάθησε να τον κρατήσει ζωντανό πάνω σε ένα κομμάτι από το φτερό του αεροπλάνου.
Προσπάθησε να τους εντοπίσει ένα βρετανικό αεροσκάφος Sopwith Schneider, αλλά βυθίστηκε στη θαλασσοταραχή. Ο Ψύχας έμεινε μόνος. Και άρχισε να κολυμπά, τραυματισμένος, μέσα στα παγωμένα νερά, χωρίς βοήθεια. Κολύμπησε 4,5 ώρες και έφτασε μόνος του στη Θάσο.
Όταν βγήκε στην ξηρά, ήταν εξαντλημένος. Οι ντόπιοι και οι Βρετανοί σύμμαχοι τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Όμως την επόμενη κιόλας μέρα, ο Ψύχας πήγε ξανά στη μονάδα του. Δεν παραιτήθηκε. Δεν ζήτησε άδεια. Εκτέλεσε “ελαφρά υπηρεσία” και επέστρεψε στα καθήκοντά του.
Από εκεί και μετά συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία, διοικούσε μοίρες βομβαρδιστικών DH9, και έκανε επιχειρήσεις πάνω από τη Σμύρνη και την Κιουτάχεια. Παρέμεινε στην Αεροπορία μέχρι το 1946, φτάνοντας στον βαθμό του Αντισμηνάρχου.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πήγε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920 και ξανά το 1924 με την Εθνική Ομάδα Πόλο, ως ενεργός αθλητής. Όλα αυτά, ενώ είχε ήδη παρασημοφορηθεί για ανδρεία και είχε δει τον φίλο του να πεθαίνει πάνω του.
Οι Βρετανοί τον τίμησαν με τον Σταυρό Διακεκριμένης Πτήσης. Οι Έλληνες τον θυμήθηκαν αργότερα. Εκείνος, απλώς, δεν ήθελε τίποτα. Μόνο να κάνει το καθήκον του και να συνεχίσει να κολυμπά.