Έσωσε τη Μυτιλήνη από εμφύλιο και τυραννία, κι όμως τον είπαν τύραννο
Δεν ήθελε δόξες, δεν εκδικήθηκε κανέναν. Και όμως, ο άνθρωπος που έσωσε τη Μυτιλήνη, συκοφαντήθηκε ως τύραννος.
Τον κάλεσαν για να σώσει την πόλη. Και την έσωσε. Έβαλε τέλος στον εμφύλιο, σταμάτησε τις διώξεις, κράτησε τις ισορροπίες χωρίς να χυθεί νέο αίμα. Και όμως, για κάποιους, ήταν ο νέος τύραννος. Για τον λαό ήταν ήρωας. Για την ελίτ, ήταν προδότης.
Ο Πιττακός γεννήθηκε στη Μυτιλήνη τον 7ο αιώνα π.Χ. Δεν ήταν γαλαζοαίματος. Ο πατέρας του από τη Θράκη, η μάνα του αριστοκράτισσα. Κέρδισε την αποδοχή όταν παντρεύτηκε μέσα στους Πενθιλίδες, μια από τις ισχυρότερες οικογένειες του νησιού. Ήξερε καλά την πολιτική, αλλά ήξερε και να πολεμά. Μπήκε δυναμικά στη δημόσια ζωή σκοτώνοντας τον τύραννο Μέλαγχρο. Δεν ήταν ακραίος. Ήταν απλώς αυτός που τόλμησε.
Στον πόλεμο με τους Αθηναίους για το Σίγειο, στάθηκε μπροστά στους στρατιώτες του και προκάλεσε σε μονομαχία τον Αθηναίο στρατηγό Φρύνωνα. Ο αντίπαλος είχε δόξα, νίκες, χρυσά στεφάνια από την Ολυμπία. Αλλά ο Πιττακός τον σκότωσε. Όχι από τύχη. Από τέχνη και τόλμη. Και όταν του προσέφεραν γη και τιμές, πήρε μόνο όση κάλυπτε μια ρίψη ακοντίου. Τα υπόλοιπα τα χάρισε στην πόλη.
Όταν οι εξόριστοι ευγενείς επιχείρησαν να επιστρέψουν με τα όπλα, ο δήμος τον έκανε αισυμνήτη – ηγέτη με απόλυτη εξουσία. Όχι βασιλιά, ούτε τύραννο. Είχε την εμπιστοσύνη όλων. Και για δέκα χρόνια κυβέρνησε με ηρεμία. Έφτιαξε νόμους, σταμάτησε τα πάθη, συγκράτησε τις ακρότητες.
Αλλά ο Αλκαίος, ποιητής και αντίπαλος, έβλεπε μόνο εξουσία. Τον έβρισε δημόσια. Τον είπε κακοπάτριδα. Οι ολιγαρχικοί έφτυναν το όνομά του. Για εκείνους, δεν είχε σημασία ότι είχε φέρει ειρήνη. Σημασία είχε ότι δεν τους έφερε πίσω την κυριαρχία που έχασαν.
Ο Πιττακός, όταν ήρθε η ώρα, έφυγε. Δεν του το ζήτησαν. Δεν τον έριξαν. Παραιτήθηκε μόνος του. Είχε κάνει αυτό που ήξερε: γίγνωσκε καιρόν. Να ξέρεις τη στιγμή. Είχε σώσει τη Μυτιλήνη. Δεν χρειαζόταν άλλο να μείνει.
Η ιστορία δεν θυμάται τους ψιθύρους. Θυμάται εκείνους που έφυγαν ενώ μπορούσαν να μείνουν.