Έστησαν ενέδρα στον ανίκητο πασά. Του πήραν το κανόνι και τον έδιωξαν στα βουνά
Ο Ομέρ Πασάς ήρθε με 2.500 άνδρες να σβήσει τον Καραϊσκάκη. Έφυγε νικημένος, εγκαταλείποντας ακόμα και το κανόνι του.
Τον έλεγαν Ομέρ Πασά της Καρύστου και για τους Οθωμανούς ήταν κάτι σαν πολεμική μηχανή. Κάθε του εμφάνιση είχε τη βεβαιότητα του θανάτου για τους αντιπάλους. Όταν άκουσε πως ο Καραϊσκάκης σάρωσε τον έναν εχθρό μετά τον άλλον, άφησε την Εύβοια και πέρασε στη Ρούμελη με 2.500 άνδρες, πεζούς και ιππείς, για να τον σταματήσει.
Στόχος του ήταν το Δίστομο, που κρατούσαν Σουλιώτες και Ρουμελιώτες. Οι Τούρκοι εμφανίστηκαν στις 17 Ιανουαρίου 1827. Οι Έλληνες ήταν 300, ακροβολίστηκαν και ύστερα οχυρώθηκαν, στέλνοντας μήνυμα στα Σάλωνα για βοήθεια. Το επόμενο πρωί, το χτύπημα ήταν σφοδρό. Ο Ομέρ Πασάς πίστευε ότι θα τους τελειώσει γρήγορα. Κι όμως, έπεσε πάνω σε φλόγες που δεν έσβηναν.
Οι αμυνόμενοι κράτησαν. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή από το οχύρωμα του Προφήτη Ηλία. Και τότε, σαν να είχε στήσει καρτέρι η Ιστορία, κατέφθασε ο Γεώργιος Δράκος με 200 Σουλιώτες. Έπεσαν πάνω στους εχθρούς με λόγχες και μαχαίρια, σε μάχη σώμα με σώμα. Οι Τούρκοι έτρεξαν να σωθούν στους λόφους. Αλλά η παγίδα δεν είχε τελειώσει ακόμα.
Τη νύχτα της 20ής Ιανουαρίου, ο ίδιος ο Καραϊσκάκης πέρασε από το Σχιστό. Με χειρουργική ακρίβεια, διέσπασε τις γραμμές του εχθρού και ενώθηκε με τους υπερασπιστές του Διστόμου. Το σχέδιό του ήταν καθαρό: να κόψει τους δρόμους ανεφοδιασμού από το Ζητούνι και τη Θεσσαλία.
Στις 3 Φεβρουαρίου, ο Ομέρ Πασάς επιτέθηκε ξανά. Οι Έλληνες δεν λύγισαν. Στις 5 του μηνός, οι Οθωμανοί υποχώρησαν με φόβο και ντροπή. Το πρωί, είχαν φύγει όλοι. Στους λόφους, στους βάλτους, στα περάσματα, τρέχοντας. Εγκατέλειψαν τα πάντα: σκηνές, τρόφιμα, πολεμοφόδια. Ακόμα και το κανόνι που είχαν φέρει μαζί τους, έπεσε στα χέρια των Ελλήνων.
Ήταν μια νίκη με στρατηγική, ευφυΐα και καθαρή καρδιά. Ο «ανίκητος» Πασάς έγινε άλογο δίχως χαλινάρι. Οι τουρκικές φρουρές εγκατέλειψαν και τη Δαύλεια και τα Σάλωνα και τη Μονή Ιερουσαλήμ. Κι ο Καραϊσκάκης είχε μόλις χτίσει το πρώτο οχυρό του τελικού του σχεδίου: να γονατίσει τον Κιουταχή χωρίς να σηκώσει τη σημαία υποχώρησης ούτε στιγμή.