Έστρωσε τραπέζι με τα ονόματα των καλεσμένων του πάνω σε ταφόπλακες. Και μετά τους άφησε να γυρίσουν σπίτια τους
Ο Αυτοκράτορας Δομιτιανός προσκάλεσε συγκλητικούς σε δείπνο και έβαλε τα ονόματά τους πάνω σε ταφόπλακες.
Ήταν μια από εκείνες τις νύχτες που έμεναν χαραγμένες στο μυαλό όσων επέζησαν. Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Δομιτιανός, γνωστός για τον αυταρχισμό και τη σκληρότητά του, προσκάλεσε μια ομάδα ισχυρών συγκλητικών σε δείπνο. Δεν τους κατηγόρησε για τίποτα. Δεν τους απείλησε ανοιχτά. Απλώς τους έστειλε μια πρόσκληση – και εκείνοι, με σεβασμό και φόβο, εμφανίστηκαν στο παλάτι.
Το τραπέζι του δείπνου δεν θύμιζε γιορτή. Ο φωτισμός ήταν χαμηλός. Το φαγητό ήταν λιτό, σχεδόν τελετουργικό, σαν προσφορά σε νεκρούς. Πίσω από κάθε θέση, υπήρχε ένα πέτρινο αντικείμενο – ταφόπλακες. Σε κάθε μια, χαραγμένο το όνομα ενός καλεσμένου. Όχι ενός νεκρού, αλλά του ίδιου του συγκλητικού που καθόταν εκείνη τη στιγμή μπροστά της.
Ο Αυτοκράτορας δεν είπε λέξη. Δεν χαμογέλασε. Δεν εξήγησε τίποτα. Έτρωγε σιωπηλός. Και οι συγκλητικοί, παγωμένοι, δεν ήξεραν αν ήταν κατηγορούμενοι ή νεκροί που ακόμη δεν το ήξεραν. Δεν υπήρξε τοστ. Δεν υπήρξε ευθυμία. Μόνο η αίσθηση του επικείμενου τέλους.
Όταν το δείπνο τελείωσε, ο Δομιτιανός τους χαιρέτησε ψυχρά και τους άφησε να φύγουν. Καθένας γύρισε σπίτι του περιμένοντας τη σύλληψη. Κανείς δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Κανείς δεν έφαγε την επόμενη μέρα. Και όμως, δεν έγινε τίποτα.
Δεν υπήρξε εκτέλεση. Δεν υπήρξε καταγγελία. Δεν υπήρξε εξορία. Το μήνυμα ήταν καθαρό χωρίς να ειπωθεί λέξη: “Η ζωή σας μου ανήκει. Αν θέλω, τελειώνει αύριο. Σήμερα απλώς σας το υπενθύμισα.”
Ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας, αλλά όχι θεατρικό. Ήταν πραγματικό. Μια επίδειξη κυριαρχίας που δεν βασίστηκε στη βία, αλλά στον φόβο. Και ο φόβος, εκείνη τη νύχτα, είχε όνομα. Ήταν χαραγμένο πάνω σε πέτρα.