Έβραζαν κρασί στη μέση του δρόμου και το έπιναν σαν φάρμακο για να μην πεθάνουν από το κρύο
Στους δρόμους της Σμύρνης, μέσα στη νύχτα, μοίραζαν ζεστό κρασί σε πήλινα δοχεία για να ζήσουν
Στη Σμύρνη του 17ου αιώνα, οι χειμώνες δεν συγχωρούσαν.
Οι πέτρινοι τοίχοι κρατούσαν έξω τον αέρα, αλλά μέσα δεν υπήρχε τίποτα: ούτε κάρβουνο, ούτε φωτιά, ούτε τροφή. Σπίτια χωρίς τζάκι, ξύλα ακριβά όσο το ψωμί, και μια υγρασία που έμπαινε στις αρθρώσεις και έσφιγγε τα κόκαλα σαν παλιό χρέος. Οι φτωχοί δεν ζούσαν, απλώς επιβίωναν.
Στους δρόμους του παλιού λιμανιού, εκεί όπου σήμερα θα βρεις καφέδες και τουρίστες, τότε υπήρχαν λάσπες και πέτρες και σκιές. Και μέσα στις σκιές, υπήρχαν καζάνια. Σιδερένια, μαυρισμένα απ’ τη φωτιά, τοποθετημένα πάνω σε πέτρες και ξύλα που έκαιγαν όσο άντεχαν. Μέσα τους, έβραζε κρασί. Κρασί κόκκινο, πυκνό, φτηνό. Το κρασί δεν ήταν απόλαυση. Ήταν σωτηρία.
Δεν το πουλούσαν. Το μοίραζαν. Χριστιανοί σε άλλους Χριστιανούς, χωρίς ενορία, χωρίς ονοματεπώνυμα, χωρίς παπάδες. Μόνο ανάγκη. Το μοίραζαν με πήλινα δοχεία, σε γέρους που δεν μπορούσαν να σταθούν, σε γυναίκες με παιδιά στην αγκαλιά, σε άντρες που δούλευαν μέρα και κοιμούνταν όρθιοι. Δεν υπήρχε σειρά. Μόνο στόματα.
Το κρασί έβραζε μέχρι να εξαφανιστεί το αλκοόλ. Ήταν πυρωμένο, σχεδόν σαν ζωμός. Το έπιναν όπως πίνει κάποιος φάρμακο. Όχι για το κέφι. Όχι για την ψυχή. Για το αίμα. Για να ζεστάνουν λίγο το σώμα πριν έρθει το ξημέρωμα — αν έρθει.
Τα ρούχα ήταν πανωφόρια ραμμένα με σπάγκο, κουβέρτες δεμένες στη μέση, μπότες με τρύπια σόλα και πόδια γεμάτα κάλους. Οι γυναίκες φορούσαν σκούρα πέπλα και μάλλινες κάπες, τραβηγμένες ως το πρόσωπο. Στα παιδιά φορούσαν παλιά ρούχα μεγάλων, κομμένα και ξαναραμμένα. Οι περισσότεροι δεν είχαν γάντια. Τα χέρια έπιαναν το ζεστό πήλινο ποτήρι σαν να ακουμπούσαν σε σώμα.
Η Σμύρνη τότε δεν ήταν λαμπρή. Είχε περάσει σεισμό, φωτιά, αρρώστιες. Οι εκκλησίες ήταν μισογκρεμισμένες. Τα σπίτια, σπασμένα. Οι δρόμοι, γεμάτοι πέτρα και ακαθαρσίες. Κι όμως, μέσα σ’ αυτό το τοπίο, υπήρχε μια τελετουργία: να ανάβεις φωτιά, να βράζεις κρασί και να το δίνεις. Όχι από ευσπλαχνία. Από αλληλεγγύη. Από ενοχή. Από το ένστικτο του κοπαδιού που ξέρει ότι δεν πρέπει να αφήσει κανέναν πίσω.
Το βράσιμο κρασιού γινόταν κυρίως τα βράδια. Όταν έπεφτε το κρύο. Όταν τα ζώα σώπαιναν. Όταν η υγρασία σκέπαζε τις στέγες και έκανε τις πέτρες να γλιστρούν. Τα καζάνια αχνίζανε σαν φαντάσματα. Και γύρω τους, σιωπή. Μόνο ο ήχος του βρασμού, κάτι ανάμεσα σε προσευχή και βοή.
Αυτό ήταν το αντίδοτο τους. Όχι θερμάστρες, όχι σούπες, όχι γιατροί. Ένα ποτήρι καυτό κρασί, μια φλόγα, και η ελπίδα πως δεν θα πάθεις πνευμονία απόψε. Όλα τα υπόλοιπα ήταν πολυτέλεια.
Και όποιος πετύχαινε αυτή τη σκηνή — ένας ξένος, ένας παρατηρητής — ίσως να τη μπέρδευε για πανηγύρι. Δεν ήταν. Ήταν επιθανάτιος ρυθμός. Μια κοινωνία που πάλευε με το κρύο χωρίς μέσα, χωρίς εξουσία, χωρίς Θεό. Μόνο με λίγο κρασί και φωτιά στη μέση του δρόμου.