Γεννήθηκε στο Μέτσοβο, τον έστειλαν στην Αίγυπτο και έγινε ο πλουσιότερος Έλληνας εκεί. Όταν γύρισε, άφησε πίσω του μια χώρα γεμάτη σχολεία
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας δεν άφησε παιδιά, άφησε μια χώρα γεμάτη σχολεία.
Γεννήθηκε το 1787 στο Μέτσοβο. Όχι με πλούτη, αλλά με μυαλό και δαιμόνιο εμπορικό. Ο Μιχαήλ Τοσίτσας δεν έμαθε πολλά γράμματα, μα ήξερε να κάνει πράξη αυτό που άλλοι χρειάζονται δεκαετίες για να αντιληφθούν: η επιτυχία δεν θέλει φανφάρες, θέλει σχέδιο. Ο πατέρας του, γουναράς στη Θεσσαλονίκη, τον πήρε μικρό από το Μέτσοβο και τον έβαλε στο επάγγελμα. Μέχρι τα 14 του ήξερε να δουλεύει σαν έμπορος. Μέχρι τα 20 είχε το πρώτο του κατάστημα. Και μέχρι τα 30, είχε στείλει τα αδέλφια του στην Αίγυπτο, το Λιβόρνο και τη Μάλτα, χτίζοντας ένα δίκτυο εμπορικής αυτοκρατορίας.
Το 1820 ο ίδιος εγκαθίσταται στην Αλεξάνδρεια και γνωρίζεται με τον αντιβασιλέα της Αιγύπτου, τον Μεχμέτ Αλή. Δεν ήταν μια απλή γνωριμία. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο Μεχμέτ τον εμπιστεύεται όσο κανέναν άλλο και τον κάνει διευθυντή της τεράστιας κτηματικής του περιουσίας, διαχειριστή των τραπεζών του, των εταιρειών του, ακόμα και των πλοίων του Νείλου. Το όνομα Τοσίτσας γίνεται συνώνυμο της εμπιστοσύνης και του πλούτου. Γίνεται ο πλουσιότερος Έλληνας της Αιγύπτου. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος δε θα ζήσει για τον εαυτό του. Θα ζήσει για να δώσει πίσω.
Στην Αλεξάνδρεια χτίζει νοσοκομείο, εκκλησία και τη φημισμένη Τοσιτσαία Σχολή, με παρθεναγωγείο, σχολαρχείο, βιβλιοθήκη και δασκάλους πληρωμένους από τον ίδιο. Έχοντας γίνει ο πρώτος πρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια, ιδρύει την Ελληνική Κοινότητα και βοηθά να σταθεί όρθιος ο Ελληνισμός της Αιγύπτου. Ταυτόχρονα, με χρήματα από τη δική του περιουσία εξαγοράζει Έλληνες αιχμαλώτους από τα σκλαβοπάζαρα των Οθωμανών.
Το Μέτσοβο δεν το ξεχνά ποτέ. Κάθε χρόνο στέλνει χρήματα για να πληρώνονται δύο δάσκαλοι. Καταθέτει στην Εθνική Τράπεζα πάνω από 100.000 δραχμές με ρητή εντολή να πηγαίνουν οι τόκοι στους φτωχούς του χωριού του. Στη Θεσσαλονίκη, όπου είχε μαθητεύσει μικρός, αφήνει μεγάλο ποσό για το ελληνικό σχολείο της πόλης.
Άλλος στη θέση του θα έμενε στην Αίγυπτο ως εθνικός παράγοντας. Εκείνος επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στην Αθήνα. Και συνεχίζει. Ανοίγει δρόμους, ενισχύει το Αρσάκειο, νοσοκομεία, το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο Πολυτεχνείο δίνει 100.000 γαλλικά τάλιρα. Δε μοιράζει δωρεές για τη δόξα, τις μοιράζει για το μέλλον.
Όταν πεθαίνει το 1856, δεν αφήνει παιδιά. Αφήνει μια χώρα πιο μορφωμένη, με περισσότερα σχολεία, και ένα όνομα που οι κάτοικοι του Μετσόβου ακόμα προφέρουν με δέος. Η σύζυγός του, Ελένη, συνεχίζει το έργο του. Και ο μικρότερος αδελφός του Θεόδωρος, με τη δική του περιουσία στην Αίγυπτο, επιστρέφει στην Ελλάδα και κάνει το ίδιο.