Γιατί οι απατεώνες και οι εγκληματίες επιλέγουν ηλικιωμένους. Δεν είναι μόνο η ηλικία
Οι απατεώνες δεν διαλέγουν ηλικία. Διαλέγουν ανθρώπους που δεν έχουν σε ποιον να απευθυνθούν.
Δεν επιλέγουν μόνο ανθρώπους με ρυτίδες. Επιλέγουν ανθρώπους που δεν έχουν γύρω τους άλλους να τους προειδοποιήσουν. Που σηκώνουν το τηλέφωνο στις 2 το μεσημέρι γιατί… δεν έχουν να μιλήσουν σε κανέναν άλλο.
Οι απατεώνες αγαπούν τη σιωπή. Ψάχνουν σπίτια χωρίς επισκέπτες. Διευθύνσεις που κανείς δεν χτυπάει κουδούνι. Στο Google Maps φαίνεται. Από τη σκουριασμένη αυλόπορτα. Από τις εφημερίδες στοιβαγμένες έξω.
Όταν παίρνουν τηλέφωνο, δεν λένε “Καλησπέρα, είμαι απατεώνας”. Λένε “Είμαι από την τράπεζα”, “Είμαι ο εγγονός σας”, “Έγινε ένα ατύχημα”. Και μιλούν όπως θα ήθελε ο ηλικιωμένος να του μιλήσει κάποιος.
Δεν ποντάρουν στην αφέλεια. Ποντάρουν στην ανάγκη. Τη βαθιά ανάγκη για επαφή, για εμπιστοσύνη, για κάποιον που “επιτέλους ήρθε να βοηθήσει”.
Ο ηλικιωμένος δεν θα ρωτήσει το παιδί του αν είναι αληθινό. Γιατί ίσως δεν του μιλάει. Ή ίσως δεν θέλει να τον ανησυχήσει. Γι’ αυτό η απόφαση παίρνεται μόνος. Και η απώλεια… την καταλαβαίνουν όλοι μετά.
Οι εγκληματίες δεν είναι μόνο επιτήδειοι. Είναι και παρατηρητές. Ξέρουν σε ποια πολυκατοικία δεν κατεβαίνει ποτέ κανείς. Ποιο κουδούνι έχει ξεκολλημένο όνομα. Ποιος πάει μόνος στο φαρμακείο, πάντα ίδια ώρα, κάθε μέρα.
Η πιο επικίνδυνη τους στιγμή είναι όταν τους πιστεύει κάποιος. Και το θύμα, πολύ συχνά, δεν θέλει να πιστέψει πως τον κορόιδεψαν. Δεν είναι άρνηση. Είναι ντροπή. Και η ντροπή είναι το τέλειο καμουφλάζ της απάτης.
Το κινητό του ηλικιωμένου δεν έχει μόνο αριθμούς. Έχει ελλείψεις. Έχει άτομα που χάθηκαν, φίλους που πέθαναν, παιδιά που δεν καλούν. Οι εγκληματίες ξέρουν ότι εκεί δεν θα σηκώσει κανείς άλλος το τηλέφωνο.
Δεν είναι θέμα ηλικίας. Είναι θέμα ορατότητας. Όσο πιο αόρατος νιώθει κάποιος, τόσο πιο εύκολο είναι να του “φορέσουν” μια πραγματικότητα ψεύτικη, τρομακτική ή πειστική. Και μετά… να του πάρουν ό,τι έχει.