Γιατί οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταρίχευαν τους νεκρούς όπως οι Αιγύπτιοι
Οι αρχαίοι Έλληνες απέφευγαν την ταρίχευση, σε αντίθεση με τους Αιγύπτιους.
Σε αντίθεση με τους αρχαίους Αιγύπτιους, που επένδυαν τεράστια ενέργεια στη διατήρηση του σώματος του νεκρού μέσω της ταρίχευσης, οι αρχαίοι Έλληνες ακολουθούσαν μια τελείως διαφορετική πορεία. Η ψυχή, κατά τη δική τους αντίληψη, αποχωρούσε από το σώμα μετά τον θάνατο και συνέχιζε το ταξίδι της στον Κάτω Κόσμο, άρα το σώμα δεν έπρεπε να διατηρηθεί αλλά να επιστρέψει στη γη ή τη φωτιά.
Το σώμα του νεκρού στην αρχαία Ελλάδα γινόταν αντικείμενο φροντίδας, αλλά όχι συντήρησης. Πλενόταν, αλειφόταν με λάδι, στολιζόταν και ξαπλωνόταν σε θέση δημόσιας θέασης για το λεγόμενο πρόθεσις, το ξόδι. Η διαδικασία είχε ως στόχο τον σεβασμό και τον αποχαιρετισμό, όχι τη διατήρηση.
Η κηδεία ακολουθούσε πολύ συγκεκριμένα στάδια. Η ταφή ήταν η κυρίαρχη πρακτική, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις γινόταν καύση. Η παράδοση έλεγε ότι ο νεκρός έπρεπε να ταφεί με έναν οβολό στο στόμα του, ώστε να πληρώσει τον Χάροντα για να τον περάσει απέναντι στον ποταμό Αχέροντα. Αν το σώμα παρέμενε άταφο, η ψυχή περιπλανιόταν χωρίς ανάπαυση.
Η ταρίχευση, δηλαδή η προσπάθεια να διατηρηθεί το σώμα μέσω χημικών και τεχνικών μεθόδων, ήταν κάτι το ξένο. Όχι μόνο δεν εφαρμοζόταν, αλλά θεωρούταν περιττό ή και βέβηλο. Για τους αρχαίους Έλληνες, η σορός έπρεπε να επιστραφεί στο φυσικό της στοιχείο: στη γη ή στο πυρ, όχι να κρατηθεί τεχνητά στη ζωή.
Παρά τη σαφή απόρριψη της ταρίχευσης ως τελετουργικής πρακτικής, υπήρχαν περιπτώσεις που κάποια σώματα διατηρήθηκαν με φυσικό τρόπο, λόγω περιβαλλοντικών συνθηκών. Όμως δεν υπάρχουν μαρτυρίες για ολόκληρες τελετές ή ιερείς που ασχολούνταν με την ταρίχευση, όπως στην Αίγυπτο.
Η διαφορά στην αντίληψη του θανάτου ήταν τόσο βαθιά, ώστε ακόμη και οι φιλόσοφοι επέμεναν ότι το σώμα είναι απλώς ένα προσωρινό δοχείο για την ψυχή. Ο Σωκράτης, λίγο πριν πιει το κώνειο, λέγεται πως είπε: «Θάψτε με όπως θέλετε, μόνο μην νομίσετε ότι είμαι εγώ αυτό το σώμα».
Για τους αρχαίους Έλληνες, το τέλος δεν ήταν η συντήρηση του υλικού, αλλά η απελευθέρωση του πνεύματος.