Γιατί τις λέμε Επτά Θάλασσες αφού δεν ήταν ποτέ επτά;
Οι Επτά Θάλασσες δεν ήταν ποτέ επτά. Κι όμως, όποιος τις διέπλεε θεωρούνταν ήρωας. Από την αρχαία Σουμέρα ως τη βικτοριανή Αγγλία, η φράση έκρυβε πάντα μια αλήθεια: το ταξίδι δεν μετριόταν σε αριθμούς.
Η φράση γεννήθηκε στην αρχαία Μεσοποταμία. Όχι ως γεωγραφικός όρος, αλλά σαν ποίηση, σαν ρυθμός, σαν ιερή επανάληψη. Ήδη από το 2300 π.Χ. η ιέρεια Ενχεντουάννα απευθυνόταν στη θεά Ινάννα με ύμνους για τις «επτά θάλασσες». Όμως ποτέ κανείς δεν τις απαρίθμησε με τον ίδιο τρόπο δύο φορές. Κάθε εποχή, κάθε λαός, κάθε γλώσσα, έβλεπε τις «επτά» σαν σύμβολο, όχι σαν αριθμό.
Στη Ρώμη, ήταν οι λιμνοθάλασσες του Πάδου. Στη Βενετία, ένα σχήμα λόγου που έδινε αίγλη στους ναυτικούς. Στον μεσαιωνικό αραβικό κόσμο, οι Επτά Θάλασσες ήταν το πραγματικό ταξίδι ως την Κίνα: Περσικός Κόλπος, Αραβική Θάλασσα, Βεγγάλη, Μαλάκα, Σιγκαπούρη, Κόλπος της Ταϊλάνδης, Νότια Κινεζική Θάλασσα. Άλλοτε πάλι ήταν αυτές που περιέκλειαν το Ισραήλ σύμφωνα με το Ταλμούδ. Κι άλλοτε οι εμπορικές διαδρομές με τα clipper ships των Άγγλων, ανάμεσα σε Ιάβα, Τιμόρ, Μπάντα και Σούλου.
Οι χάρτες δεν βοήθησαν ποτέ. Αντί να ξεκαθαρίσουν τα όρια, έφεραν νέες θάλασσες. Καραϊβική, Μεσόγειος, Μαύρη Θάλασσα, Αρκτικός Ωκεανός, Βόρειος και Νότιος Ατλαντικός – όλοι προσπάθησαν να μπουν στις Επτά. Κι όταν η Δύση άρχισε να βλέπει τους ωκεανούς σαν έναν ενιαίο Παγκόσμιο Ωκεανό, η φράση δεν πέθανε. Έγινε ακόμα πιο ποιητική.
Το «πλέω στις Επτά Θάλασσες» έγινε το απόλυτο σύμβολο της περιπέτειας. Δεν εννοούσε μόνο γεωγραφία. Εννοούσε τόλμη, απόσταση, ήρωες και κόσμους αθέατους. Ο Σινμπάντ, οι Βίκινγκς, οι πειρατές, ο Κίπλινγκ, ακόμα και οι ναυτικοί της Σύρου ή του Γαλαξειδίου, μιλούσαν για επτά. Ενώ ήξεραν καλά πως ήταν δεκάδες.
Το πιο ειρωνικό; Ούτε οι σημερινοί χάρτες συμφωνούν. Άλλοι μετράνε με βάση τους ωκεανούς, άλλοι με βάση τις κλειστές θάλασσες. Κανείς δεν δίνει έναν οριστικό κατάλογο. Όμως η φράση ζει. Γιατί ποτέ δεν ήταν κατάλογος. Ήταν φαντασία.
Η Επτάδα δεν ήταν αριθμός. Ήταν μαγικός ήχος. Κι ίσως, πιο πολύ από κάθε άλλη θάλασσα, ήταν η λαχτάρα να δεις τι υπάρχει πιο πέρα.