Γυναίκα με δεμένα χέρια που παλεύει να σπάσει το μάρμαρο, το συγκλονιστικό ποίημα της Κικής Δημουλά για τις γυναίκες
Η Κική Δημουλά, μέσα από το ποίημα «Σημείο Αναγνωρίσεως», είδε τη γυναίκα πίσω από το άγαλμα
Κάθε γυναίκα που γεννιέται κληρονομεί ένα βάρος που δεν διάλεξε. Μια ιστορία που γράφτηκε πριν από εκείνη, χωρίς εκείνη. Μια αλυσίδα που σέρνει αιώνες από υποταγή, φόβο, σιωπή. Της λένε ότι είναι ελεύθερη, της λένε ότι όλα έχουν αλλάξει, όμως μέσα της ξέρει την αλήθεια. Ξέρει πως ακόμα παλεύει να αποδείξει τα αυτονόητα. Πως ακόμα φοβάται να μιλήσει δυνατά. Πως ακόμα περπατάει γρήγορα τη νύχτα, πως ακόμα παλεύει να της αναγνωρίσουν όσα της ανήκουν.
Η Κική Δημουλά πέρασε μια μέρα μπροστά από ένα άγαλμα. Και δεν είδε ένα όμορφο γλυπτό, δεν είδε ένα στολίδι σε ένα πάρκο. Είδε μια γυναίκα. Μια γυναίκα δεμένη πισθάγκωνα, με τα χέρια της ακινητοποιημένα από μάρμαρο. Μια γυναίκα που δεν μπορεί να κινηθεί, να αγγίξει, να διεκδικήσει, να ζήσει. Και μέσα σε λίγους στίχους, αποτύπωσε όλους τους αιώνες καταπίεσης, όλους τους αιώνες που τα χέρια της γυναίκας είναι δεμένα.
Σημείο Αναγνωρίσεως
Άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πώς έχεις ελαφρά ανακαθήσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο πού είδες,
πώς παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμάλωτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς
ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.
Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
Άν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημά μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, πού έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα
γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.
Αν μια μέρα τα αγάλματα ξεσηκώνονταν, αν τα μάρμαρα έσπαγαν, αν οι πέτρινες φιγούρες αποκτούσαν φωνή και ζητούσαν ελευθερία, εκείνη θα ήταν πάλι δεμένη.
Γιατί έτσι την παρέδωσαν στον γλύπτη.
Γιατί έτσι την έμαθαν να ζει.
Γιατί έτσι είναι αιώνες τώρα.
Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά την καθιέρωση της Ημέρας της Γυναίκας, τα χέρια της είναι ακόμα δεμένα. Δεν είναι πια από μάρμαρο. Είναι από αόρατα νήματα που την κρατούν καθηλωμένη.
Δεμένα, όπως είναι της γυναίκας που εργάζεται δύο φορές πιο σκληρά και αμείβεται λιγότερο.
Δεμένα, όπως είναι της γυναίκας που φοβάται να περπατήσει μόνη στο δρόμο τη νύχτα.
Δεμένα, όπως είναι της γυναίκας που μεγαλώνει παιδιά, φροντίζει, στηρίζει, αλλά κανείς δεν φροντίζει εκείνη.
Δεμένα, όπως είναι της γυναίκας που λέει όχι και κανείς δεν την ακούει.
Κάθε 8 Μαρτίου, την τιμούν. Της δίνουν λουλούδια. Της εύχονται χρόνια πολλά.
Όμως δεν θέλει λουλούδια.
Θέλει να λύσει τα χέρια της.
Θέλει να απλώσει τα δάχτυλά της και να κρατήσει όσα της στέρησαν.
Θέλει να σπάσει το μάρμαρο.
Γιατί όσο υπάρχουν γυναίκες με δεμένα χέρια, η Ημέρα της Γυναίκας δεν είναι γιορτή. Είναι υπενθύμιση. Και είναι προειδοποίηση.
Μια μέρα, το μάρμαρο θα ραγίσει.
Μια μέρα, δεν θα μπορεί κανείς να την ξανακάνει άγαλμα.