Γλίτωσε από τη σφαγή της Χίου και έγινε ο μεγάλος ευεργέτης της Σύρου. Έδωσε προίκα, νοσοκομεία και υποτροφίες
Δεν ξέχασε ποτέ τι σημαίνει να τα χάνεις όλα και έδωσε τα πάντα για να μη συμβεί σε άλλους.
Το 1807 γεννήθηκε στη Χίο ένα αγόρι που έμελλε να ζήσει το μεγαλύτερο μακελειό του νησιού. Το 1822, στα 15 του χρόνια, ήρθε η Σφαγή. Οι Οθωμανοί έκαψαν, έσφαξαν και αιχμαλώτισαν πάνω από το μισό πληθυσμό. Ο Σταμάτιος Πρώιος κατάφερε να σωθεί και να διαφύγει στη Σύρο. Ήταν πια ένας πρόσφυγας χωρίς τίποτα.
Στη Σύρο ξεκίνησε από το μηδέν. Μπήκε στο εμπόριο και άρχισε να ταξιδεύει μέχρι την Αλεξάνδρεια. Η εποχή ζητούσε τόλμη και επαφή με τον έξω κόσμο. Ο Πρώιος βρήκε και τα δύο. Έχτισε την περιουσία του σιγά σιγά, με ιδρώτα, επιμονή και διαίσθηση. Όταν πια είχε γίνει πλούσιος, δεν ξέχασε ούτε τη Χίο, ούτε τη Σύρο.
Έγινε μέλος του αδελφάτου του νοσοκομείου και πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Ερμούπολης. Ήξερε τι σημαίνει ανάγκη και τι σημαίνει να έχεις χάσει τα πάντα. Ό,τι έκανε, το έκανε για να μην νιώσει άλλος άνθρωπος όπως ένιωσε εκείνος στη σφαγή. Δεν έκτιζε μνημεία, αλλά ανθρώπινες ευκαιρίες. Και αυτό ήταν πιο σπουδαίο.
Με τη διαθήκη του, που συνέταξε ο ίδιος το 1882, άφησε 600.000 δραχμές σε μετοχές της Εθνικής Τράπεζας για τη λειτουργία του νοσοκομείου «Ελπίς». Χάρη στα έσοδα από αυτές τις μετοχές, το νοσοκομείο κάλυπτε τα έξοδά του για χρόνια. Έκανε τη φιλανθρωπία διαρκή. Δεν έδωσε χρήματα. Έδωσε μηχανισμό.
Άφησε επίσης μεγάλα ποσά σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και ναούς. Για την πλατεία Λεωτσάκου, δώρισε 20.000 δραχμές για την ανέγερση ανδριάντα αγωνιστή του 1821. Δεν διάλεξε τον εαυτό του. Διάλεξε τον Ανδρέα Μιαούλη. Δεν ήθελε να τιμηθεί. Ήθελε να τιμηθούν όσοι πολέμησαν για την ελευθερία που του επέτρεψε να ξαναχτίσει τη ζωή του.
Το πιο συγκινητικό κομμάτι της διαθήκης του ήταν το Κληροδότημα «Σταματίου Κ. Πρωίου». Σκοπός του ήταν να δίνονται προίκες σε άπορες νεανίδες. Όχι για να τιμηθεί η γυναίκα ως μητέρα ή σύζυγος. Αλλά για να παντρεύεται χωρίς να είναι βάρος. Για να αποκτήσει ισότιμη θέση σε μια κοινωνία που αλλιώς την άφηνε στο περιθώριο.
Το κληροδότημα είχε 16 ακίνητα στην Ερμούπολη. Η διαχείριση δεν δόθηκε σε ιδιώτες, αλλά σε θεσμικά πρόσωπα: τον Μητροπολίτη Σύρου, τον Δήμαρχο Ερμούπολης και τον Νομάρχη Κυκλάδων. Το έργο του ήταν για τον λαό, όχι για διαφήμιση ή υστεροφημία. Οργάνωσε όλη του τη φιλανθρωπία με ακρίβεια, σαν να ετοίμαζε μια επιχείρηση ζωής.
Δεν ξέχασε ούτε τη Χίο. Κατέθεσε ειδικό ποσό για να σπουδάζουν νέοι Χιώτες με υποτροφία. Είχε φύγει από το νησί του παιδί, κυνηγημένος. Και γύρισε με τον δικό του τρόπο: μέσω της βοήθειας που έστειλε σε όσους έμειναν πίσω. Δεν χρειάστηκε ποτέ να επιστρέψει σωματικά. Η επιστροφή έγινε μέσα από τη δωρεά.
Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου 1884. Η Σύρος τον τίμησε δίνοντας το όνομά του σε δρόμους και στο Νοσοκομείο Βαρδάκειο και Πρώιο. Όμως ο μεγαλύτερος δρόμος που άφησε πίσω του, δεν ήταν από πέτρα. Ήταν η διαδρομή ενός παιδιού από τη σφαγή, μέχρι την πράξη που αλλάζει τη ζωή των άλλων. Χωρίς να ζητήσει τίποτα.