Η άγνωστη γεωγραφία του ελληνισμού – Το… παραμύθι για την φτωχή και μικρή… Ελλαδίτσα
Η μαρτυρία μιας εποχής όπου το έθνος δεν χωρούσε στα σύνορα του κράτους.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο ελληνισμός δεν περιοριζόταν στα γεωγραφικά σύνορα του μικρού τότε ελληνικού κράτους. Αντίθετα, βρισκόταν διασκορπισμένος σε μια τεράστια ακτίνα που εκτεινόταν από την Κωνσταντινούπολη έως την Αλεξάνδρεια και από τη Σμύρνη έως την Οδησσό, σχηματίζοντας έναν δυναμικό και ζωντανό κόσμο της ελληνικής Διασποράς.
Το επίσημο ελληνικό κράτος, το οποίο τότε περιλάμβανε τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, τα νησιά του Αιγαίου και την (αυτόνομη) Κρήτη, αριθμούσε περίπου 2,5 εκατομμύρια κατοίκους σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του 1900. Η Ελλάδα ήταν ακόμη ένα νεαρό έθνος-κράτος, με περιορισμένα σύνορα και ανοιχτούς εθνικούς λογαριασμούς στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία.
Όμως η καρδιά του ελληνισμού χτυπούσε εξίσου δυνατά και έξω από τα σύνορα. Η Κωνσταντινούπολη, παρότι πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, φιλοξενούσε πάνω από 200.000 Έλληνες — την ισχυρότερη χριστιανική κοινότητα, με πατριαρχείο, σχολεία, εφημερίδες και εμπορικά δίκτυα. Η Σμύρνη, στο δυτικό άκρο της Μικράς Ασίας, αριθμούσε πάνω από 100.000 Έλληνες και αποτελούσε πολιτιστικό και οικονομικό φάρο. Η πόλη έμοιαζε ελληνική σε χαρακτήρα, παρότι ανήκε επίσημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο, ο ελληνισμός της Αιγύπτου άνθιζε. Η Αλεξάνδρεια αριθμούσε 60.000 έως 80.000 Έλληνες, οι οποίοι είχαν οργανώσει κοινότητες με σχολεία, εκκλησίες, φιλανθρωπικά ιδρύματα, ακόμη και θέατρα. Αντίστοιχα, το Κάιρο φιλοξενούσε 20.000 έως 25.000 Έλληνες που πρωταγωνιστούσαν στο εμπόριο, την τυπογραφία και τη διανόηση.
Οι παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία, ήταν επίσης πυρήνες ελληνικής παρουσίας, με πάνω από 150.000 Έλληνες, ενώ μικρότερες παροικίες υπήρχαν στη Μασσαλία, την Τεργέστη, την Οδησσό και το Βουκουρέστι, συνθέτοντας έναν εντυπωσιακό χάρτη ελληνικής εξάπλωσης.
Συνολικά, οι Έλληνες του 1900 υπολογίζονται σε 5,5 έως 6 εκατομμύρια, από τους οποίους μόνο οι μισοί ζούσαν εντός των ορίων της Ελλάδας. Οι υπόλοιποι διατηρούσαν ισχυρή εθνική και πολιτιστική ταυτότητα, παρότι βρίσκονταν υπό ξένη κυριαρχία. Πολλοί μάλιστα χρηματοδοτούσαν σχολεία, εκκλησίες και εφημερίδες στην Ελλάδα, επηρεάζοντας τις πολιτικές εξελίξεις.
Αυτός ο διεσπαρμένος ελληνισμός, αν και γεωγραφικά κατακερματισμένος, ήταν πνευματικά και πολιτισμικά ενιαίος. Αντιπροσώπευε ένα είδος προ-εθνικού δικτύου επιρροής, που διατηρούσε ζωντανή την ιδέα της «Μεγάλης Ελλάδας» πολύ πριν από τις εδαφικές επεκτάσεις των Βαλκανικών Πολέμων.
Η ιστορία των Ελλήνων του 1900 δεν είναι απλώς στατιστική. Είναι η μαρτυρία μιας εποχής όπου το έθνος δεν χωρούσε στα σύνορα του κράτους, αλλά τα ξεπερνούσε με πλοία, ιδρύματα, λόγο και εμπόριο. Είναι η αθέατη πλευρά της ελληνικής ιστορίας που μάς θυμίζει ότι πριν στεριώσει το έθνος, υπήρχε ένας ελληνισμός κοσμοπολίτης, σκόρπιος, μα σφριγηλός.