Η Ελληνίδα ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου που άλλαξε το όνομά της και έγινε θρύλος σε τρεις χώρες
Ξεκίνησε ως Ζαχαρένια στη Σμύρνη. Έγινε Ζαζά στην Αθήνα. Και τραγούδησε στο Μανχάταν. Η Ζαζά Μπριλλάντη ήταν κάτι παραπάνω από ηθοποιός. Ήταν η τελευταία σταρ του βωβού
Γεννήθηκε το 1897 στη Σμύρνη με το όνομα Ζαχαρένια Ντερτλή. Κανείς δεν θα φανταζόταν τότε πως αυτή η κοπέλα θα γύριζε τον κόσμο, θα έπαιζε σε βωβές ταινίες, θα τραγουδούσε σε μπουάτ στην Αθήνα και θα γινόταν θρύλος με το όνομα Ζαζά. Ένα όνομα που δεν υπήρχε πριν από εκείνη. Το έφτιαξε η ίδια. Και της ταίριαξε σαν χειροποίητο φόρεμα θεάτρου.
Πρώτα την άκουσαν να τραγουδά και να παίζει στη Σμύρνη. Ύστερα την είδαν στην Κωνσταντινούπολη, σε ρόλους σουμπρέτας που άφηναν το κοινό άναυδο. Έπαιζε έναν ρόλο με το όνομα Λιλή. Κάποιοι λένε πως το όνομα αυτό το κράτησε για χρόνια. Άλλοι λένε πως από εκεί άρχισε να στήνει τη δική της περσόνα. Δεν έμενε πουθενά για πολύ. Δεν ανήκε σε κανέναν. Η Ζαζά θα γινόταν γυναίκα της σκηνής, της μηχανής προβολής και της ηχογράφησης.
Στην Αθήνα έφτασε χάρη στον ηθοποιό Γιώργο Γληνό, που την πήρε μαζί του σχεδόν ως χάρη. Εκείνη όμως δεν ήταν για ρόλους χάρης. Στην πρώτη της εμφάνιση, στο θέατρο Παπαϊωάννου, ήταν τόσο καθηλωτική που την πρόσεξε ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης. Από τότε δεν ξαναέπαιξε μικρούς ρόλους. Έγινε πρωταγωνίστρια του ελληνικού μουσικού θεάτρου. Και μία από τις ελάχιστες Ελληνίδες που πρωταγωνίστησαν και στον βωβό κινηματογράφο.
Οι τίτλοι των έργων της μοιάζουν με λίστα από ρετρό όνειρα: «Το Φιντανάκι», «Η βασίλισσα του Φοξ Τροτ», «Μπλε Μαζούρκα», «Η μπαγιαντέρα», «Μοντέρνα κορίτσια». Έπαιζε σαν να τραγουδούσε και τραγουδούσε σαν να εξομολογούταν. Ταξίδεψε με ελληνικούς θιάσους στην Ευρώπη. Σπούδασε χορό και μουσική στο Μιλάνο. Και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, όλοι την ήξεραν. Όχι ως Ζαχαρένια. Ως Ζαζά Μπριλλάντη.
Στο απόγειο της καριέρας της, βρέθηκε να τραγουδά σε μουσικές σκηνές των Ηνωμένων Πολιτειών. Τον Νοέμβριο του 1953 εμφανίστηκε στο Manhattan Center της Νέας Υόρκης. Μπροστά σε αμερικανικό κοινό, τραγουδούσε ελληνικά τραγούδια όπως «Αχ Μαρί» και «Το Σιγαρέτο». Κανείς άλλος τότε δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Ήταν η Ζαζά. Και αυτό αρκούσε.
Δεν σταμάτησε ποτέ να τραγουδά. Ούτε όταν η φωνή της άρχισε να κουράζεται. Ούτε όταν η μόδα άλλαξε. Μέχρι τη δεκαετία του ’60 τραγουδούσε σε μπουάτ της Αθήνας, δίπλα σε νέους που δεν είχαν γεννηθεί όταν πρωτοβγήκε στο σανίδι. Και όμως την άκουγαν με αφοσίωση. Την αγαπούσαν. Γιατί είχε κάτι που δεν μαθαίνεται: λάμψη χωρίς έπαρση. Ταλαντούχα και μυστηριώδης. Με πρόσωπο που μπορούσε να φωτίσει μια σκηνή χωρίς μικρόφωνο.
Πέθανε το 1975, σε ηλικία 78 ετών. Δεν άφησε πίσω της παιδιά. Άφησε κάτι καλύτερο: όλη της την περιουσία στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Για να στηρίξει εκείνους που είχαν ταλέντο αλλά όχι τύχη. Όπως είχε εκείνη.