Η Ελληνίδα που έδωσε 2.000 χρυσές λίρες στον στόλο, την κυνηγούσαν οι Ναζί και τραγουδούσε μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή
Η Σοφία Βέμπο δεν ήταν μόνο φωνή. Ήταν όπλο. Έδωσε χρήματα, κινδύνεψε, φυγαδεύτηκε, τραγούδησε για τη λευτεριά, και έγινε σύμβολο.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το ’40, η Σοφία Βέμπο δεν τραγουδούσε απλώς. Ήταν ήδη η πιο δημοφιλής φωνή της Ελλάδας. Όμως δεν της έφταναν οι στίχοι και τα χειροκροτήματα. Από το δικό της ταμείο, έδωσε στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες. Δεν ήθελε τιμές, ούτε φωτογραφίες. Ήθελε να πολεμήσει με τον τρόπο της.
Στα θέατρα, η φωνή της έσκιζε τις σιωπές. Τραγουδούσε “Παιδιά της Ελλάδος παιδιά”, “Κορόιδο Μουσολίνι”, “Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου”. Ήταν σα να πολεμούσε από σκηνής. Οι στρατιώτες τραγουδούσαν μαζί της από τα χαρακώματα, κι ο κόσμος χειροκροτούσε με δάκρυα στα μάτια. Της έδωσαν ένα παρατσούκλι που κράτησε για πάντα: Η Τραγουδίστρια της Νίκης.
Όταν μπήκαν οι ναζί στην Αθήνα, η Βέμπο έγινε στόχος. Οι Γερμανοί δεν συγχωρούσαν τέτοια φωνή. Η είδηση ήρθε στους φίλους της: έπρεπε να εξαφανιστεί. Δεν είχε καιρό για βαλίτσες. Μεταμφιέστηκε σε καλόγρια και βγήκε από την πόλη σαν σκιά. Ούτε σαν καλλιτέχνιδα ούτε σαν διασημότητα. Σαν κυνηγημένη.
Κατάφερε να φτάσει στη Μέση Ανατολή. Εκεί, στους στρατώνες και στις βάσεις, εμφανίστηκε ξανά. Με την ίδια φωνή, με την ίδια καρδιά. Τραγουδούσε για τους Έλληνες του εξωτερικού, για τους συμμάχους, για τους φαντάρους που ήξεραν κάθε της στροφή. Όχι σε μεγάλα θέατρα πια, αλλά σε σκηνές, σε πρόχειρα πάλκα, σε αμμοθύελλες και στρατόπεδα.
Δεν ζήτησε τίποτα σε αντάλλαγμα. Επέστρεψε μετά την Απελευθέρωση. Άνοιξε το δικό της θέατρο. Συνέχισε να τραγουδά για δεκαετίες. Κι όταν ήρθε το βράδυ της Χούντας, έκρυψε φοιτητές στο σπίτι της τη νύχτα του Πολυτεχνείου. Ό,τι και να είχε κάνει στο παρελθόν, η στάση της εκείνο το βράδυ την σημάδεψε ξανά. Όπως τότε, στο ’40.
Στις 11 Μαρτίου 1978, έφυγε από εγκεφαλικό. Η κηδεία της έγινε λαϊκό προσκύνημα. Όσοι έζησαν τις στιγμές της, δεν την ξέχασαν ποτέ. Όσοι την ακούν για πρώτη φορά, δεν την μπερδεύουν με καμία άλλη.
Ήταν η γυναίκα που έδωσε 2.000 χρυσές λίρες στον στόλο, τραγουδούσε με ψυχή για να σταθεί η Ελλάδα όρθια και μεταμφιέστηκε σε καλόγρια για να συνεχίσει να πολεμά.