Η Ελληνίδα που έραβε τις παραδοσιακές στολές της Ελλάδας για να τις φοράνε κούκλες. Και να μη χαθούν ποτέ.
Με βελόνα, μόλυβδο και αγάπη για την παράδοση, η Λίλη Πασχαλίδου – Θεοδωρίδου έντυσε σε κούκλες τις αυθεντικές φορεσιές της Ελλάδας. Οι δημιουργίες της έγιναν συλλεκτικές, και σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο Μπενάκη.
Όταν η Λίλη Πασχαλίδου – Θεοδωρίδου έφυγε μικρή από την Κωνσταντινούπολη το 1922, δεν ήξερε πως όλη της η ζωή θα γινόταν μια προσπάθεια να μη χαθεί τίποτα. Ούτε τα πρόσωπα. Ούτε τα χρώματα. Ούτε η μνήμη. Στο εργαστήρι της, δεκαετίες αργότερα, θα άρχιζε να ντύνει κούκλες με φορεσιές από τη Μάνη, την Κρήτη, την Εύβοια, τη Σκύρο, τα Τρίκαλα. Γιατί πίστευε πως μόνο αν φορεθούν ξανά, έστω και σε κούκλα, θα μείνουν ζωντανές.
Ήταν γυναίκα προσφυγικής καταγωγής, μεγαλωμένη μέσα στην τέχνη. Η μητέρα της έφτιαχνε κι εκείνη κούκλες, χειροποίητες, ντυμένες με αγάπη και ακρίβεια. Η Λίλη μαθήτευσε κοντά της, ζωγράφιζε, έραβε, έπλεκε, και πάντα παρατηρούσε. Όταν έχασε ξαφνικά τον σύζυγό της το 1948, αποφάσισε να σταθεί στα πόδια της όπως στάθηκαν και οι κούκλες της: με μόλυβδο κάτω απ’ τα πέλματα για να μη γέρνουν.
Τα καλούπια των προσώπων της τα έφτιαξε ο ίδιος ο Γιώργος Ζογγολόπουλος. Τα σχέδια των ενδυμασιών τα πήρε με ειδική άδεια από το Μουσείο Μπενάκη. Δεν δούλευε στην τύχη. Κάθε ράψιμο ήταν αποτέλεσμα έρευνας. Αν ένα κέντημα ήταν τριών χρωμάτων στην αυθεντική φορεσιά, τότε κι η κούκλα το είχε έτσι. Αν η Σαρακατσάνα είχε κεφαλόδεσμο με πλεκτό κόμπο, δεν δεχόταν τίποτα λιγότερο από το ίδιο ακριβώς.
Ανέλαβε να δείξει την Ελλάδα στον κόσμο. Να την μικρύνει, να την σμικρύνει, να την χωρέσει σε μια κούκλα. Συνεργάστηκε με το Βασιλικό Ίδρυμα Πρόνοιας, με την Αγγελική Χατζημιχάλη, με τον Οργανισμό Ελληνικής Χειροτεχνίας. Ντύνοντας τις κούκλες της με φορεσιές από καπνοπαραγωγές περιοχές, τις έστειλε μέχρι τη Μελβούρνη, όπου και βραβεύτηκαν σε διεθνή έκθεση. Η λαϊκή τέχνη έγινε διεθνής πολιτιστική διπλωματία, κι εκείνη ήταν η σιωπηλή πρέσβειρα.
Δεν ήταν απλώς ένα εργαστήριο. Ήταν μια μικρογραφία της Ελλάδας, με παραδοσιακά υφάσματα, κλωστές, μνήμες και δύο γυναίκες από τη Μικρά Ασία που δούλευαν μαζί της — πρόσφυγες όπως κι εκείνη. Η κάθε κούκλα ήταν μοναδική. Μια χώρα σε 32 εκατοστά.
Όταν σταμάτησε το 1970, είχε φτιάξει 36 διαφορετικές αυθεντικές φορεσιές, ανδρικές και γυναικείες. Είχε ντύσει τις μνήμες πριν προλάβουν να ξεγυμνωθούν από τη λήθη. Είχε πλάσει μορφές με τόσο σεβασμό, που σήμερα εκτίθενται στο Μουσείο Μπενάκη. Όχι απλώς σαν παιχνίδια, αλλά σαν έργα ζωής.
Η Λίλη πέθανε το 1975. Οι κούκλες της στέκονται ακόμα. Με μόλυβδο στα πόδια. Και με φορεσιές που κρατούν πάνω τους έναν κόσμο που πέρασε, αλλά δεν χάθηκε.