Η Ελληνίδα που πήγε να μάθει από τη Μοντεσσόρι και τελικά την ξεπέρασε
Δεν αντέγραψε τη Μοντεσσόρι. Την ξεπέρασε. Η Μαρία Γουδέλη έφτιαξε σχολείο-θαύμα στην Ελλάδα, με χειροποίητο υλικό, ποίηση, μουσική και παιδαγωγική που ακόμη εκπλήσσει.
Γεννήθηκε στην Οδησσό. Μεγάλωσε στην Αίγυπτο. Μιλούσε έξι γλώσσες. Έπαιζε πιάνο, ζωγράφιζε, έγραφε ποιήματα και λάτρευε τα μαθηματικά. Μα πάνω απ’ όλα ήθελε να διδάξει. Όχι να εξηγήσει την ύλη. Αλλά να μάθει στα παιδιά πώς να σκέφτονται. Το όνομά της ήταν Μαρία Εδελστάιν – Γουδέλη. Και κάποια στιγμή στη ζωή της, πήγε στη Βαρκελώνη για να συναντήσει τη Μαρία Μοντεσσόρι. Γύρισε στην Ελλάδα για να χτίσει ένα σχολείο που κανείς δεν είχε ξαναδεί.
Η Μαρία δεν ήθελε να αντιγράψει. Ήθελε να καταλάβει. Παρακολούθησε τις διαλέξεις, έζησε τη μέθοδο, και συνειδητοποίησε πως η παιδαγωγική δεν είναι σύστημα — είναι πρόσωπο. Το 1936, με τη στήριξη του Δημήτρη Γληνού, ίδρυσε το πρώτο Μοντεσσοριανό νηπιαγωγείο στα Πρότυπα της Μαρασλείου. Όμως δεν της έφτανε. Ζήτησε να φτιάξει και Δημοτικό. Της είπαν πως θα προκαλέσει «διάσπασιν εις την εκπαίδευσιν». Και τότε παραιτήθηκε.
Έφτιαξε μόνη της το δικό της σχολείο. Πρώτα στο σπίτι της, στην οδό Δεινοκράτους. Μετά στη Νέα Φιλοθέη, σε κτίριο που σχεδίασε ο Δημήτρης Δοξιάδης με βάση τις παιδαγωγικές της ανάγκες. Οι τάξεις της ήταν «σπίτια των παιδιών». Δεν έμοιαζαν με τίποτα. Δεν υπήρχε έδρα. Υπήρχε κίνηση, ήχος, χαμόγελο και περιέργεια.
Τα παιδιά της δεν μάθαιναν Ιστορία. Την ξετύλιγαν πάνω σε ρολά. Δεν διάβαζαν για τη φύση. Έγραφαν ποιήματα για λουλούδια και ζώα. Δεν έκαναν απλή ανάγνωση. Χρησιμοποιούσαν υλικό σχεδιασμένο με τέτοια ακρίβεια που σήμερα θεωρείται ανεκτίμητος παιδαγωγικός θησαυρός. Κι όλα αυτά, τα είχε φτιάξει μόνη της.
Έγραφε στίχους για να μάθουν τα παιδιά Συντακτικό. Έγραφε θεατρικά για να μάθουν Ιστορία. Έγραφε τραγούδια για να μάθουν Παιδική Λογοτεχνία. Είχε υλικό για κάθε γνωστικό πεδίο: Φυσική, Χημεία, Θρησκευτικά, Τεχνολογία, Γεωγραφία. Κι όλα τα εξηγούσε με τρόπο τόσο απλό, που ούτε καν καταλάβαινες πότε μάθαινες.
Η Μαρία δεν αντέγραφε τη Μοντεσσόρι. Την ξεπέρασε. Γιατί έβαλε στην καρδιά του συστήματος το ελληνικό παιδί. Την ελληνική οικογένεια. Την ελληνική πραγματικότητα. Και πάνω απ’ όλα, το συναίσθημα. Ήξερε ότι τίποτα δεν μαθαίνεται αν δεν το νιώσεις πρώτα.
Η ίδια η Μοντεσσόρι τη σεβόταν. Της έγραφε γράμματα. Οι ξένοι που επισκέπτονταν το σχολείο της στη δεκαετία του ’70 έφευγαν συγκλονισμένοι. Ήταν το πρώτο μοντεσσοριανό Δημοτικό στην Ευρώπη που δεν ανήκε σε οργανισμό. Το είχαν ιδρύσει μια Ελληνίδα και ο άντρας της. Μόνοι τους. Από αγάπη.
Έγραψε βιβλία. Έγραψε τραγούδια. Έγραψε στίχους για φυτά και ζώα. Πολλά από τα έργα της έμειναν ανέκδοτα. Όμως τα παιδιά που βγήκαν από το σχολείο της, θυμούνται ακόμα τα μαθήματα σαν παιχνίδι. Και τα παιχνίδια σαν μάθημα.
Όταν αρρώστησε, διέκοψε προσωρινά. Το σχολείο συνέχισε. Το όνομά της έμεινε στην είσοδο: «Μαρία Γουδέλη». Γιατί αυτό το σχολείο δεν ήταν μέθοδος. Ήταν άνθρωπος. Ήταν η Ελληνίδα που πήγε να μάθει από τη Μοντεσσόρι — και τελικά την ξεπέρασε.