Η Ελληνίδα που προσπάθησε να δηλητηριάσει τον άντρα της για να σώσει μια ολόκληρη πόλη
Η Αρεταφίλα της Κυρήνης έμεινε γνωστή για την αντοχή, την ψυχραιμία και το πολιτικό της θάρρος απέναντι σε δύο τυράννους. Η ιστορία της, όπως τη διασώζει ο Πλούταρχος, συνδέεται με την απελευθέρωση μιας ολόκληρης πόλης.
Η Αρεταφίλα της Κυρήνης δεν έμεινε στη μνήμη επειδή δοκίμασε να σκοτώσει με δηλητήριο. Έμεινε γιατί δεν σταμάτησε όταν εκείνη η πρώτη προσπάθεια χάλασε. Στην αφήγηση του Πλουτάρχου, το πιο βαρύ σημείο δεν είναι η απόπειρα. Είναι πως αυτή η γυναίκα βασανίστηκε, άντεξε, γύρισε κοντά στον τύραννο σαν να είχε υποταχθεί, και ύστερα τον χτύπησε ξανά από αλλού.
Η Κυρήνη ήταν ελληνική πόλη στη βόρεια Αφρική, στη σημερινή Λιβύη. Εκεί, στα χρόνια του Μιθριδάτη, στα ανήσυχα δηλαδή τέλη του 1ου αιώνα π.Χ., πήρε την εξουσία ο Νικοκράτης. Ο Πλούταρχος τον παρουσιάζει σαν άνθρωπο που δεν του έφτανε να κρατά τον κόσμο φοβισμένο. Σκότωσε πολλούς πολίτες, κράτησε και ιερατικό αξίωμα για τον εαυτό του, δολοφόνησε τον Φαίδιμο, τον άντρα της Αρεταφίλας, και ύστερα την εξανάγκασε να τον παντρευτεί.
Η εικόνα της πόλης μοιάζει σχεδόν εφιαλτική. Στις πύλες στέκονταν φύλακες που έσπρωχναν με μαχαίρια τα πτώματα και τα ακουμπούσαν με πυρωμένο σίδερο, για να βεβαιώνονται πως κανείς ζωντανός δεν έβγαινε κρυφά έξω παριστάνοντας τον νεκρό. Οι εξόριστοι ήταν διασκορπισμένοι και τρομαγμένοι. Άνθρωποι χάνονταν ο ένας μετά τον άλλον. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, η Αρεταφίλα έβλεπε πως σχεδόν μόνο εκείνη είχε ακόμη πρόσβαση στον άνθρωπο που κρατούσε την πόλη στα χέρια του.
Το πρώτο σχέδιο και το βασανιστήριο
Εκεί γεννήθηκε το πρώτο σχέδιο. Άρχισε να ετοιμάζει δηλητήριο για τον Νικοκράτη. Δεν πρόλαβε. Η μητέρα του, η Κάλβια, κατάλαβε πως κάτι κινείται και πίεσε να γίνει ανάκριση και βασανισμός. Η Αρεταφίλα πιάστηκε με τα σκευάσματα στα χέρια, όμως βρήκε απάντηση που δείχνει τι ψυχραιμία είχε. Δεν ισχυρίστηκε πως ήταν αθώα. Είπε πως το μείγμα δεν ήταν για να σκοτώσει, αλλά φίλτρο για να κρατήσει την αγάπη του άντρα της, επειδή άλλες γυναίκες τη ζήλευαν και φοβόταν τα μάγια τους. Ήταν μια άμυνα που πατούσε πάνω στις προλήψεις και στα ερωτικά φίλτρα της εποχής.
Ο Νικοκράτης δεν πείστηκε εντελώς και τη βασάνισε. Εκεί όμως η ιστορία βαραίνει αλλιώς. Ο Πλούταρχος λέει πως η Αρεταφίλα άντεξε με τέτοια δύναμη, που πρώτη κουράστηκε η ίδια η Κάλβια. Ύστερα ο τύραννος μετάνιωσε, την άφησε ελεύθερη και ξαναγύρισε στην παλιά του αδυναμία για εκείνη. Εκεί βρήκε χρόνο. Και από εκεί και πέρα δεν δοκίμασε πια να τα τελειώσει όλα με ένα ποτήρι.
Κινήθηκε πιο αργά και πιο βαθιά. Η κόρη της παντρεύτηκε τον Λέανδρο, αδελφό του Νικοκράτη, και η Αρεταφίλα άρχισε να σπρώχνει τον έναν αδελφό απέναντι στον άλλον. Ο Λέανδρος τελικά οργάνωσε τη δολοφονία του Νικοκράτη με τη βοήθεια ανθρώπου από το παλάτι. Μόνο που τότε η πόλη δεν σώθηκε. Ο καινούργιος άνθρωπος στην κορυφή βγήκε σχεδόν ίδιος με τον προηγούμενο. Η τυραννία άλλαξε όνομα, όχι χαρακτήρα.
Η δεύτερη παγίδα και το τέλος των τυράννων
Η δεύτερη πράξη είναι ίσως και η πιο παράξενη. Η Αρεταφίλα ήρθε σε επαφή με τον Άναβο, αρχηγό λιβυκών δυνάμεων της περιοχής, και του υποσχέθηκε δώρα και χρήματα αν έπιανε τον Λέανδρο την κατάλληλη στιγμή. Την ίδια ώρα έπεισε και τον ίδιο τον Λέανδρο πως μπορούσε να κανονίσει συνάντηση και συνεννόηση μαζί τους. Όταν έφτασε η ώρα, εκείνος πήγε σχεδόν άοπλος και χωρίς συνοδεία. Ο Πλούταρχος δίνει μια σκηνή που μένει. Η Αρεταφίλα δεν στάθηκε απλώς να περιμένει να τον συλλάβουν. Τον έπιασε από το χέρι και τον παρέδωσε η ίδια στους ανθρώπους που θα τον έδεναν.
Μόλις η είδηση έφτασε στην Κυρήνη, οι πολίτες βγήκαν μαζικά έξω. Η οργή για τους τυράννους μπλέχτηκε με θαυμασμό για τη γυναίκα που κατάφερε ό,τι δεν μπόρεσαν να κάνουν ούτε οι εξόριστοι ούτε οι άρχοντες της πόλης. Η Κάλβια βρήκε βίαιο τέλος. Ο Λέανδρος, όταν παραδόθηκε πίσω, εκτελέστηκε. Στην Αρεταφίλα πρότειναν θέση στο νέο συμβούλιο, αλλά εκείνη δεν τη δέχθηκε.
Και μετά έρχεται ίσως η πιο ήσυχη, αλλά και πιο δυνατή εικόνα όλης της ιστορίας. Αφού γκρέμισε δύο τυράννους, η Αρεταφίλα γύρισε στο σπίτι της και έζησε μακριά από τη δημόσια εξουσία, στον αργαλειό της. Όσα ξέρουμε για εκείνη έρχονται από ένα μόνο μεγάλο αρχαίο όνομα, τον Πλούταρχο, που την έβαλε ανάμεσα στις ιστορίες γυναικών με πολιτικό θάρρος. Εκεί βρίσκεται και το βάρος της μορφής της. Όχι μόνο στο ότι θέλησε να σκοτώσει τον άντρα που της πήρε τη ζωή, αλλά στο ότι είδε την πόλη να βουλιάζει, άντεξε όταν απέτυχε, και γύρισε ξανά ώσπου να τελειώσει εκείνο που είχε αρχίσει.