Η φωνή που ένωσε τον Μάνο με τη Λίνα, τον Ελύτη με τον Νικολόπουλο, και το χθες με ό,τι μας μένει
Η Δήμητρα Γαλάνη δεν τραγούδησε για να ακουστεί. Τραγούδησε για να μείνει. Στα τραγούδια της ενώνονται εποχές, κόσμοι, άνθρωποι. Και μια Ελλάδα που δεν έπαψε να θυμάται.
Δεν σήκωσε ποτέ τη φωνή της για να διεκδικήσει κάτι. Δεν χρειάστηκε. Η Δήμητρα Γαλάνη δεν μπήκε στο τραγούδι. Το τραγούδι πέρασε μέσα της και άλλαξε μορφή. Από το 1969 που πρωτοεμφανίστηκε, στα δεκάξι της χρόνια, μέχρι σήμερα, δεν χρειάστηκε ποτέ να φωνάξει «είμαι εδώ». Ήταν. Και είναι. Σαν το φως που δεν κοιτάς ποτέ κατάματα, αλλά πάντα σε φωτίζει από κάπου.
Τραγούδησε τον Χατζιδάκι και τον Μούτση χωρίς να τους αγγίξει με φόβο. Τραγούδησε τη Λίνα Νικολακοπούλου όταν όλοι ακόμα έψαχναν τι να κάνουν με τους στίχους της. Τραγούδησε τον Ελύτη, όχι για να τον ερμηνεύσει, αλλά για να του αφήσει χώρο. Και την ίδια στιγμή, μπήκε στα λαϊκά τραγούδια του Χρήστου Νικολόπουλου χωρίς ούτε μία νότα προσποίησης. Γιατί η φωνή της δεν έχει φίλτρα. Έχει μόνο πρόθεση. Και η πρόθεση της Γαλάνη ήταν πάντα καθαρή: να υπηρετήσει το τραγούδι, όχι τον εαυτό της.
Είναι από τις λίγες που μπορείς να πεις ότι έγινε το σώμα του ελληνικού τραγουδιού χωρίς να κάνει καριέρα επάνω του. Στο βλέμμα της έχει πάντα κάτι παιδικό. Στην άρθρωση της λέξης, κάτι αυστηρό. Στο μέτρο που διαλέγει να καθίσει πάνω στον στίχο, κάτι απολύτως δικό της. Δεν τραγουδάει πάνω από το τραγούδι. Μπαίνει μέσα του και κάθεται ήσυχα.
Έβαλε τη φωνή της στον Γκάτσο, στον Ελευθερίου, στον Τριπολίτη, στον Καρβέλα, στον Σούκα, χωρίς να προδώσει τίποτα. Δεν άλλαζε για να χωρέσει. Το τραγούδι την ακολουθούσε. Έκανε τις μεγαλύτερες συνεργασίες της εποχής — με τον Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο, τον Μικρούτσικο, τον Νταλάρα, την Αλεξίου, την Αρβανιτάκη — και όμως, δεν χρειάστηκε ποτέ να χτίσει πάνω τους. Ήταν πάντα ο εαυτός της, ακόμη κι όταν ήταν η φωνή του άλλου.
Έφυγε για το Παρίσι, πήγε στη Βιέννη, τραγούδησε στο Βερολίνο τους «Χαιρετισμούς» με τον Μίκη, είπε βυζαντινούς ύμνους στην Αβινιόν, και όλα αυτά χωρίς ποτέ να ντύσει το πρόσωπό της με το προσωπείο της “διεθνούς καλλιτέχνιδας”. Η Γαλάνη δεν τραγουδούσε για βραβεία. Τραγουδούσε γιατί ήξερε ότι κάποιος, κάπου, έχει ανάγκη να ακούσει μια λέξη ειπωμένη σωστά.
Στάθηκε δίπλα σε νεότερους δημιουργούς σαν δασκάλα που δεν χρειάζεται να λέει ότι είναι δασκάλα. Έδωσε χώρο. Έδωσε συμβουλή. Έδωσε σιωπή. Και συνέχισε. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς στροφή προς τη μόδα. Με ευγένεια. Με εκείνο το μοναδικό μείγμα που έχει μόνο εκείνη: την απόλυτη σταθερότητα και την απόλυτη ευλυγισία μαζί.
Η Γαλάνη δεν ήταν ποτέ «εμπορική». Δεν ήταν «έντεχνη». Δεν ήταν «εναλλακτική». Ήταν — και είναι — ο ήχος που σε ακολουθεί όταν γυρίζεις σπίτι μετά από μια δύσκολη μέρα. Ο ήχος που σε κρατάει όταν όλα μοιάζουν να γλιστρούν. Ο ήχος που θυμίζει χωρίς να σε πληγώνει. Ο ήχος που, τελικά, θα μείνει όταν όλα τα άλλα περάσουν.
Κι αν σήμερα κάποιος γράφει αυτά για εκείνη, δεν είναι γιατί πρέπει. Είναι γιατί χρωστά. Για εκείνες τις φορές που δεν είχαμε λόγια, και η φωνή της τα είπε για εμάς. Για τους στίχους που μας σημάδεψαν χωρίς να το περιμένουμε. Για τις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις της, που ήταν πιο δυνατές κι από τις λέξεις.
Γιατί στο τέλος, εκείνη ήταν η φωνή που ένωσε τον Μάνο με τη Λίνα, τον Ελύτη με τον Νικολόπουλο, και το χθες με ό,τι μας μένει.