Η Κερκυραία κόμισσα που έδωσε όλη της την περιουσία για φτωχά παιδιά και έμεινε στην ιστορία ως Μάνα της Κέρκυρας
Δεν πολέμησε και δεν κυβέρνησε. Έδωσε όμως όλη της την περιουσία για να φύγουν φτωχά παιδιά από την Κέρκυρα και να μορφωθούν στην Ευρώπη. Έτσι έμεινε στη μνήμη του νησιού ως Μάνα της Κέρκυρας.
Η Ελένη Μοτσενίγου Αρμένη γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1780 σε μια εποχή που το νησί άλλαζε χέρια και οι ζωές των ανθρώπων καθορίζονταν από καταγωγή και τύχη. Εκείνη γεννήθηκε με όλα τα πλεονεκτήματα. Με χρήμα, κύρος, γνωριμίες και πρόσβαση σε έναν κόσμο που για τους περισσότερους ήταν απλησίαστος. Τίποτα στη ζωή της δεν προμήνυε ότι θα γινόταν σύμβολο για τους φτωχούς.
Ο πατέρας της Ιωάννης Αρμένης ήταν γιατρός αλλά και Γραμματέας της Ιονίου Βουλής. Ένας άνθρωπος μέσα στον πυρήνα της εξουσίας. Η μητέρα της Ρετζίνα Φαλιέ προερχόταν από παλιά βενετική οικογένεια με ιστορία αιώνων. Το σπίτι της Ελένης δεν ήταν απλώς εύπορο. Ήταν χώρος όπου συζητιόταν πολιτική, διοίκηση, ιδέες. Μεγάλωσε ακούγοντας για κράτη, συμμαχίες και αλλαγές καθεστώτων πριν καν καταλάβει τι σημαίνουν όλα αυτά για τους απλούς ανθρώπους.
Η μόρφωσή της ήταν αντίστοιχη της θέσης της. Έμαθε γλώσσες, διάβασε, ταξίδεψε, κινήθηκε άνετα σε κύκλους όπου λίγες γυναίκες είχαν λόγο. Όμως όσο μεγάλωνε, τόσο πιο καθαρά έβλεπε και την άλλη πλευρά της Κέρκυρας. Παιδιά που δούλευαν από μικρά. Κορίτσια χωρίς μέλλον. Οικογένειες που λύγιζαν από τη φτώχεια κάθε φορά που άλλαζε η εξουσία στο νησί.
Ο γάμος της με τον κόμη Γεώργιο Μοτσενίγο την έφερε στο επίκεντρο των μεγάλων εξελίξεων. Ο σύζυγός της ήταν Ρώσος πληρεξούσιος στα Επτάνησα, ένας από τους ανθρώπους που κρατούσαν στα χέρια τους την τύχη των νησιών. Μέσα από αυτόν τον ρόλο, η Ελένη έζησε από κοντά τις πολιτικές ανατροπές, τις διαπραγματεύσεις, τις υποσχέσεις που δίνονταν και ξεχνιούνταν. Και κάθε φορά, οι χαμένοι ήταν πάντα οι ίδιοι.
Η στιγμή που η φιλανθρωπία έγινε απόφαση ζωής
Στη Βενετία, μακριά πια από την Κέρκυρα, η Ελένη ήρθε σε επαφή με την ελληνική κοινότητα της διασποράς. Εκεί γνώρισε νέους που πάλευαν να σπουδάσουν χωρίς χρήματα και παιδιά που είχαν χάσει τα πάντα στους πολέμους και τις εξεγέρσεις. Εκεί βρέθηκε κοντά στον Ιωάννη Καποδίστρια και στο έργο του για τη στήριξη ελληνικών ορφανών. Δεν ήταν θεωρία. Ήταν παιδιά με ονόματα και ιστορίες.
Χωρίς θόρυβο και χωρίς προβολή, άρχισε να στηρίζει έμπρακτα. Κάθε χρόνο έδινε σημαντικά ποσά για τα ελληνικά ορφανά που κατέληγαν στην Ιταλία. Δεν το έκανε μια φορά. Το έκανε σταθερά. Με επιμονή. Σαν κάτι αυτονόητο.
Όσο περνούσαν τα χρόνια και άρχισαν να φαίνονται τα αποτελέσματα της διαθήκης της, στην Κέρκυρα κυκλοφορούσαν ιστορίες. Για παιδιά που έφυγαν φτωχά και γύρισαν μορφωμένα. Για κορίτσια που γλίτωσαν την απόλυτη ένδεια επειδή κάποια άγνωστη γυναίκα είχε φροντίσει γι’ αυτά πριν ακόμα γεννηθούν. Κανείς δεν μιλούσε για κόμισσα. Μιλούσαν για μια γυναίκα που είχε σκεφτεί τα παιδιά του νησιού σαν να ήταν δικά της.
Σιγά σιγά, χωρίς αποφάσεις και χωρίς επιγραφές, το όνομά της άρχισε να λέγεται αλλιώς. Όχι από τους επίσημους, αλλά από τον κόσμο. Από οικογένειες που είδαν τα παιδιά τους να αλλάζουν ζωή. Από ανθρώπους που δεν τη γνώρισαν ποτέ, αλλά ένιωσαν τι άφησε πίσω της. Έτσι έμεινε στην καθημερινή μνήμη ως Μάνα της Κέρκυρας.
Όταν πέθανε το 1840 στην Πάδοβα, η είδηση δεν αντιμετωπίστηκε σαν τον θάνατο μιας πλούσιας αριστοκράτισσας που έζησε στο εξωτερικό. Στην Κέρκυρα τη μνημόνευαν σαν μια απουσία που πονούσε. Γιατί όσοι είχαν ωφεληθεί από το έργο της ήξεραν πως, χωρίς να τους γνωρίζει, είχε σταθεί δίπλα τους τη στιγμή που κανείς άλλος δεν μπορούσε.
Με πληροφορίες απο Μουσείο Ιωάννη Καποδίστρια