Η πείνα που σάρωσε τη Ρωσία το 1921 ήταν εφιαλτική. Πουλούσαν ακόμα και ανθρώπους για κρέας.
Ήταν η μεγαλύτερη πείνα της Ρωσίας. Σκότωσε πάνω από 5 εκατομμύρια. Κι όσοι έμειναν πίσω, έτρωγαν ο ένας τον άλλο για να επιβιώσουν.
Δεν ήταν λιμός. Ήταν κατάρρευση. Το 1921, η Ρωσία βγήκε από την επανάσταση και τον εμφύλιο μέσα σε ερείπια. Οι σοδειές είχαν καταστραφεί, ο πληθυσμός είχε αποδεκατιστεί, και τα τρόφιμα είχαν εξαφανιστεί. Ό,τι απέμεινε, το πήρε το κράτος για τον στρατό. Και τότε ξεκίνησε η πείνα. Μια πείνα που έμεινε στην ιστορία όχι για τους νεκρούς, αλλά για τους ζωντανούς που έμειναν πίσω και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μην γίνουν κι αυτοί πτώματα.
Μιλάμε για τη μεγάλη πείνα του Βόλγα. Ξεκίνησε στα μέσα του 1921 και κορυφώθηκε το 1922. Η στέπα δεν είχε τίποτα να δώσει. Οι άνθρωποι άρχισαν να τρώνε σπόρους που ήταν για φύτεμα. Μετά, άρχισαν να βράζουν γρασίδι, φλοιούς δέντρων, δέρματα από ιμάντες αλόγων, παλιά παπούτσια. Κάποιοι έλιωναν ακόμα και λάσπη με αλεύρι. Οι σκύλοι και οι γάτες εξαφανίστηκαν από τους δρόμους. Το ίδιο και τα παιδιά.
Σύντομα, τα κρυφά παζάρια των χωριών άρχισαν να πουλάνε “κρέας χωρίς ταυτότητα”. Υπήρχαν άνθρωποι που έσφαζαν άλλους για να πουλήσουν τα μέλη τους ως τροφή. Σε κάποιες περιπτώσεις γονείς έφαγαν τα ίδια τους τα παιδιά, σε άλλες άγνωστοι απήγαγαν παιδιά για να τα μετατρέψουν σε κρέας. Ο Τύπος δεν έγραφε τίποτα, αλλά οι μυστικές αναφορές έλεγαν την αλήθεια: σε εκατοντάδες χωριά της Ρωσίας, ο κανιβαλισμός είχε γίνει μέσο επιβίωσης.
Η αστυνομία δεν επενέβαινε. Ήξερε. Οι ντόπιοι αξιωματούχοι γνώριζαν. Σε πολλές περιπτώσεις, το σοβιετικό καθεστώς έκρινε πως δεν πρόκειται για έγκλημα, αλλά για επιβίωση σε συνθήκες εξαίρεσης. Οι αναφορές της Τσέκα περιγράφουν άντρες που κουβαλούσαν ανθρώπινα μέλη τυλιγμένα σε ύφασμα, γυναίκες που αντάλλασσαν κρέας αγνώστου προέλευσης με ψωμί, και παιδιά που αγνοούνταν μυστηριωδώς.
Στο απόγειο του λιμού, πέθαναν πάνω από 5 εκατομμύρια άνθρωποι. Οι πιο πολλοί δεν πρόλαβαν να πεινάσουν. Πέθαναν από το κρύο, τις αρρώστιες και την πλήρη έλλειψη σίτισης. Όσοι έζησαν, δεν ξέχασαν ποτέ. Μέχρι και τις δεκαετίες του ’60, υπήρχαν οικογένειες που αρνούνταν να πετάξουν μπαγιάτικο ψωμί από φόβο πως κάποτε θα το χρειαστούν.
Στα απομνημονεύματα επιζώντων, η λέξη «κρέας» δεν σήμαινε πάντα ζώο. Κι ο φόβος για τα παιδιά το βράδυ δεν ήταν για αρρώστιες. Ήταν για χέρια που τα άρπαζαν σιωπηλά στο σκοτάδι, για να τα πουλήσουν το πρωί στο παζάρι σαν “φθηνό μοσχάρι”.