Η πιο καταστροφική αποστολή στην Ιστορία της Αθήνας: Όταν πήγαν στη Σικελία και δεν γύρισαν ποτέ
Όταν η Αθήνα έστειλε έναν ολόκληρο στρατό για να κατακτήσει τη Σικελία, πίστευε ότι θα κυριαρχήσει στον ελληνικό κόσμο.
Ήταν καλοκαίρι του 415 π.Χ. όταν η Αθήνα αποφάσισε να στείλει μία τεράστια στρατιωτική αποστολή στη Σικελία, με στόχο να κατακτήσει τις Συρακούσες και να επιβάλει την ηγεμονία της στο δυτικό ελληνικό κόσμο. Το σχέδιο έμοιαζε παράλογα φιλόδοξο. Αλλά στη ρητορική της αθηναϊκής δημοκρατίας, κανένα σχέδιο δεν ήταν υπερβολικό όταν έμοιαζε με δόξα και πλούτο.
Στην αρχή, η αποστολή φάνταζε σαν μια νέα Σαλαμίνα. Τρεις στρατηγοί, ανάμεσά τους ο ρεαλιστής Νικίας, ο φιλόδοξος Αλκιβιάδης και ο πρακτικός Λάμαχος, ανέλαβαν να οργανώσουν έναν στόλο χωρίς προηγούμενο. Περισσότερα από εκατό πλοία, χιλιάδες άνδρες και στρατιώτες, δούλοι και ανεφοδιασμός, ξεκίνησαν με πανηγυρισμούς από τον Πειραιά. Οι Αθηναίοι πίστευαν πως πάνε να χτίσουν νέα αυτοκρατορία.
Όμως ο οιωνός ήταν άσχημος πριν ακόμη ξεκινήσουν. Κάποιος κατέστρεψε τις Ερμαϊκές στήλες, θεωρήθηκε ιεροσυλία, και ο Αλκιβιάδης, που κατηγορήθηκε γι’ αυτό, ανακλήθηκε για δίκη. Αντί να επιστρέψει, αυτομόλησε στους Σπαρτιάτες. Στο μεταξύ, ο Νικίας βρέθηκε μόνος, υπερβολικά διστακτικός για να πάρει αποφάσεις, και ο Λάμαχος σκοτώθηκε σε σύγκρουση. Η εκστρατεία είχε μόλις αρχίσει να βουλιάζει.
Η Σικελία όμως δεν ήταν έτοιμη να παραδοθεί. Οι Συρακούσες, η μεγαλύτερη πόλη της Δύσης, ενώθηκαν με τις δυνάμεις της Σπάρτης, που έστειλε εκεί τον Γύλιππο, έναν από τους πιο σκληρούς Σπαρτιάτες στρατηγούς. Οι Συρακούσιοι οχύρωσαν την πόλη, ανέκοψαν την αθηναϊκή πολιορκία, και οι Αθηναίοι παγιδεύτηκαν στον σικελικό βάλτο χωρίς διέξοδο.
Η ενίσχυση από την Αθήνα καθυστέρησε μήνες. Όταν τελικά έφτασε με επικεφαλής τον Δημοσθένη, βρήκε στρατό εξαντλημένο, ηθικά και σωματικά, μέσα στις λάσπες και την αβεβαιότητα. Ο Δημοσθένης πρότεινε να φύγουν αμέσως. Ο Νικίας δίστασε. Και αυτή η καθυστέρηση στάθηκε μοιραία. Η στιγμή για υποχώρηση χάθηκε μέσα στη σύγχυση, τις αρρώστιες και τον τρόμο.
Όταν αποφάσισαν τελικά να υποχωρήσουν, οι Συρακούσιοι είχαν στήσει παγίδες σε κάθε πιθανή έξοδο. Ο αθηναϊκός στόλος εγκλωβίστηκε στον λιμένα και καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Οι οπλίτες προσπάθησαν να διαφύγουν πεζή, αλλά οι διώξεις ήταν ανελέητες. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν μέσα σε χαράδρες, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν, άλλοι έπεσαν από την πείνα. Η αποστολή είχε γίνει μαζικός τάφος.
Όσοι Αθηναίοι πιάστηκαν ζωντανοί δεν εκτελέστηκαν αμέσως. Τους έριξαν στα λατομεία των Συρακουσών – βαθιές, υγρές χαράδρες με καταρρακτώδη ήλιο τη μέρα και παγωνιά τη νύχτα. Χωρίς νερό, χωρίς στέγη, έπιναν βρόχινα νερά από λάσπη, έλιωναν από τη δίψα και έλιωναν σιγά σιγά μέσα στον ασβέστη. Κάποιοι πέθαιναν στα τρία μερόνυχτα. Οι υπόλοιποι σε εβδομάδες. Ελάχιστοι επέζησαν.
Η αποστολή της Αθήνας στη Σικελία ήταν η μεγαλύτερη σε μέγεθος και η πιο ταπεινωτική σε απολογισμό που είχε γνωρίσει η πόλη ως τότε. Ένα τεράστιο στράτευμα, πλήθος από τους καλύτερους νέους της, δεκάδες πλοία, ιππικό, ανεφοδιασμός, άρματα και συμμάχοι, θάφτηκαν εκεί. Η Αθήνα δεν είχε ξαναζήσει τέτοιο πλήγμα. Κι όμως, στο εσωτερικό της, κάποιοι ακόμη υποστήριζαν ότι η Σικελική εκστρατεία έπρεπε να είχε γίνει… νωρίτερα.
Ο Θουκυδίδης, που περιγράφει την εκστρατεία, δεν κρύβει τον αποτροπιασμό του. Τη θεωρεί μνημείο απερισκεψίας, φιλοδοξίας και εσωτερικής τύφλωσης. Οι Αθηναίοι δεν κατάλαβαν ούτε πού πήγαιναν, ούτε με ποιον τα έβαζαν. Είδαν τη Σικελία σαν μια ακόμα ευκαιρία για δόξα, αλλά κατέληξε να γίνει το ξεκίνημα του τέλους για την αυτοκρατορία τους.
Από τότε, τα λατομεία των Συρακουσών έγιναν σύμβολο αποτυχίας και ματαιοδοξίας. Δεν ξέρουμε αν σώθηκαν μερικοί αιχμάλωτοι. Λένε πως κάποιοι που απήγγειλαν Ευριπίδη τους χάρισαν τη ζωή οι Σικελοί. Όμως κανείς δεν ξαναγύρισε στην Αθήνα θριαμβευτής. Μόνο νέες δαπάνες, καινούριοι πόλεμοι και μια πόλη που δεν θα ξαναήταν ποτέ όπως πριν.