Η πόλη που έχτισε ο Ηρακλής για να μην ξεχαστεί ο φίλος του που τον κατασπάραξαν τα άλογα του Διομήδη
Ο Άβδηρος σκοτώθηκε από τα άγρια άλογα του Διομήδη. Ο Ηρακλής του έχτισε ολόκληρη πόλη για να μην ξεχαστεί ποτέ.
Στη μακρινή Θράκη, κοντά στις εκβολές του Νέστου, υπήρξε κάποτε μια πόλη που κουβαλούσε μια από τις πιο δραματικές ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας. Τα Άβδηρα δεν ήταν απλώς μια αρχαία αποικία της Ιωνίας. Ήταν ένα μνημείο πένθους, αφιερωμένο σε έναν άνθρωπο που πέθανε με φρικτό τρόπο μπροστά στα μάτια του Ηρακλή.
Όταν ο Ηρακλής ανέλαβε τον άθλο να φέρει τα άγρια, ανθρωποφάγα άλογα του βασιλιά Διομήδη στη Μυκηναϊκή αυλή, δεν ήταν μόνος. Μαζί του βρισκόταν ο Άβδηρος, ένας νέος που τον ακολουθούσε στις περιπέτειες. Σε κάποια στιγμή, ο Ηρακλής άφησε τα άλογα προσωρινά υπό την επίβλεψη του Άβδηρου. Ήταν όμως τέρατα. Ξέφυγαν, όρμησαν επάνω του και τον κατασπάραξαν.
Ο Ηρακλής επέστρεψε για να βρει το νεκρό σώμα του φίλου του. Σκότωσε τον Διομήδη, υπέταξε τα άλογα, αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να του φέρει πίσω τον Άβδηρο. Έτσι, εκεί στον τόπο του θανάτου του, έχτισε μια πόλη για να τον τιμήσει. Την ονόμασε Άβδηρα. Ήταν ο τρόπος του Ηρακλή να μην ξεχαστεί ποτέ ο άνθρωπος που έχασε.
Τα Άβδηρα δεν έμειναν μόνο ένας τόπος μυθικού πένθους. Έγιναν αργότερα αποικία των Ιώνων από την Τέω, άνθισαν πολιτισμικά και οικονομικά, έκοψαν δικά τους νομίσματα και γέννησαν σπουδαίους φιλοσόφους, με πρώτο τον Δημόκριτο. Μα η αρχή τους, η πιο βαθιά ρίζα τους, ήταν μια πράξη μνήμης. Ένας τάφος που έγινε πόλη.